Ρομπέρτο Μπολάνιο – Το μυστικό του κακού

Posted in Uncategorized on August 24, 2016 by little percussionist derrida

(μετάφραση της αγγλικής μετάφρασης από τα ισπανικά)

Αυτή η ιστορία είναι πολύ απλή, αν και θα μπορούσε να είναι πολύ περίπλοκη. Επίσης, είναι ατελής, μιας και ιστορίες σαν κι αυτή δεν έχουν κατάληξη. Είναι νύχτα στο Παρίσι, κι ένας Βορειοαμερικάνος δημοσιογράφος κοιμάται. Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο, και κάποιος ζητάει στα αγγλικά, με απροσδιόριστη προφορά, τον Τζο Α. Κέλσο. Ο ίδιος, απαντάει ο δημοσιογράφος κοιτάζοντας το ρολόι του. Είναι τέσσερις το πρωί – έχει κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες και είναι κουρασμένος. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής λέει, Πρέπει να συναντηθούμε, έχω να σας δώσω κάποιες πληροφορίες. Ο δημοσιογράφος τον ρωτάει περί τίνος πρόκειται. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους κλήσεις, η φωνή δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ο δημοσιογράφος ζητάει κάποια ελάχιστη ένδειξη, τουλάχιστον. Σε άψογα αγγλικά, σωστότερα από του Κέλσο, η φωνή εκφράζει την προτίμηση της για μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο. Και αμέσως προσθέτει, Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Που; ρωτάει ο Κέλσο. Η φωνή αναφέρει μια από τις γέφυρες στον Σηκουάνα. Και προσθέτει: Μπορείς να είσαι εκεί σε είκοσι λεπτά με τα πόδια. Ο δημοσιογράφος, που έχει βρεθεί σε εκατοντάδες συναντήσεις σαν κι αυτή, απαντάει ότι θα βρίσκεται εκεί σε μισή ώρα. Καθώς ντύνεται σκέφτεται ότι η όλη ιστορία είναι ένας μάλλον ανόητος τρόπος να ξοδέψει τη νύχτα του, όμως επίσης συνειδητοποιεί ότι η κλήση, παρόλη την προβλεψιμότητα της, τον έχει ξυπνήσει εντελώς. Όταν φτάνει στη γέφυρα με πέντε λεπτά καθυστέρηση, βλέπει μόνο αυτοκίνητα. Για λίγο στέκεται στη μια της άκρη και περιμένει. Ύστερα διασχίζει την ακόμα έρημη γέφυρα και, αφού περιμένει για λίγα ακόμα λεπτά στην άλλη της άκρη, την ξαναδιασχίζει και αποφασίζει να τα παρατήσει και να πάει να κοιμηθεί. Καθώς επιστρέφει σπίτι του, σκέφτεται τη φωνή: σίγουρα δεν ήταν Βορειοαμερικάνικη, αλλά ούτε και Βρετανική, αν και για το δεύτερο ενδεχόμενο δεν είναι σίγουρος πλέον. Θα μπορούσε να είναι Νοτιοαφρικανός, σκέφτεται, ή Αυστραλός, ή Ολλανδός, ίσως, ή κάποιος από τη βόρεια Ευρώπη που διδάχτηκε αγγλικά στο σχολείο και έκτοτε έχει τελειοποιήσει τη χρήση της γλώσσας σε διάφορες αγγλόφωνες χώρες. Καθώς περνάει το δρόμο ακούει κάποιον να τον προσφωνεί: Κύριε Κέλσο. Καταλαβαίνει αμέσως ότι πρόκειται για τον άνδρα με τον οποίο κανόνισε τη συνάντηση, που του μιλάει μέσα από ένα σκοτεινό σοκάκι. Ο Κέλσο ετοιμάζεται να σταματήσει, όμως η φωνή του λέει να συνεχίσει το περπάτημα. Όταν φτάνει στην επόμενη γωνία, γυρίζει και βλέπει ότι δεν τον ακολουθεί κανείς. Μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει πίσω, όμως μετά από μια στιγμιαία καθυστέρηση αποφασίζει ότι είναι καλύτερο να συνεχίσει. Ξαφνικά, ο άντρας εμφανίζεται από ένα άλλο στενό και τον χαιρετά. Ο Κέλσο τον χαιρετά και αυτός. Ο άντρας τείνει το χέρι του. Συστήνεται ως Σάσα Πίνσκι. Ο Κέλσο του ανταποδίδει τη χειραψία και συστήνεται κι αυτός. Ο Πίνσκι τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και τον ρωτάει αν θέλει να πιουν ένα ουίσκι. Για την ακρίβεια λέει, Ένα ουισκάκι. Ρωτάει τον Κέλσο αν πεινάει. Βεβαιώνει το δημοσιογράφο ότι ξέρει ένα μπαρ όπου μπορούν να φάνε φρέσκα, ζεστά κρουασάν. Ο Κέλσο κοιτάζει το πρόσωπο του. Παρότι ο Πίνσκι φοράει καπέλο, το πρόσωπο του είναι κατάλευκο, σαν να βρισκόταν έγκλειστος για δεκαετίες. Έγκλειστος πού, όμως; Ο Κέλσο αναρωτιέται. Στη φυλακή ή σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να κάνει πίσω τώρα, και ένα ζεστό κρουασάν δεν θα ήταν άσχημο. Το μέρος λέγεται Chez Pain, και παρά το ότι βρίσκεται στη γειτονιά του (σε έναν στενό παράδρομο, ομολογουμένως), αυτή είναι η πρώτη φορά που πατάει πόδι μέσα, ίσως και η πρώτη φορά που το βλέπει. Συχνάζει κυρίως σε μαγαζιά στο Μονπαρνάς, μέρη που τα περιβάλλει μια ύποπτη αχλή μυθολογίας: εκεί που γευμάτισε μια φορά ο Σκοτ Φιτζέραλντ, εκεί που ο Τζόυς και ο Μπέκετ ήπιαν μια φορά ιρλανδικό ουίσκι, τα μπαρ όπου σύχναζαν ο Χέμινγουεϊ και ο Ντος Πάσος, ο Τρούμαν Καπότε και ο Τένεσι Ουίλιαμς. Ο Πίνσκι είχε δίκιο για τα κρουασάν στο Chez Pain: είναι νόστιμα, είναι φρέσκα, και ο καφές δεν είναι κακός. Πράγμα που προκαλεί στον Κέλσο τη σκέψη – μια σκέψη που τον ανατριχιάζει – ότι αυτός ο τύπος μπορεί κάλλιστα να είναι της περιοχής, γείτονας. Καθώς ο Κέλσο εξετάζει αυτή την πιθανότητα, τον διαπερνά ένα ρίγος. Ένας βαρεμένος, ένας παρανοϊκός, ένας τρελός, ένας φύλακας τον οποίο κανείς δε φυλάει, κάποιος απ’ τον οποίο δεν θα μπορεί να απαλλαγεί εύκολα. Λοιπόν, λέει τελικά, σε ακούω. Ο χλωμός άντρας, που πίνει τον καφέ του με μικρές γουλιές αλλά δεν τρώει, τον κοιτάζει και χαμογελά. Το χαμόγελο του έχει κάτι το έντονα θλιμμένο, καθώς και μια κούραση, σαν το χαμόγελο να είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να εκφράσει την κούραση, την εξάντληση και την έλλειψη ύπνου. Μόλις σταματά να χαμογελάει, όμως, τα χαρακτηριστικά του παγώνουν ξανά μονομιάς.

7/8/16

Posted in Uncategorized on August 13, 2016 by little percussionist derrida

Ένα τρένο κάνει στάση στην Ομόνοια. Είναι το τελευταίο δρομολόγιο, το τρένο είναι σχεδόν άδειο, μπαίνουν και βγαίνουν οι τελευταίοι επιβάτες. Αποβιβάζεται ένα μικρό αγόρι με τη μητέρα του. Το αγόρι φοράει φόρμα και φούτερ δύο νούμερα μεγαλύτερα, η μητέρα του φοράει ένα τεράστιο μαύρο παλτό με ξύλινα κουμπιά κουμπωμένα. Τα μαλλιά του αγοριού θέλουν κόψιμο, πέφτουν στο μέτωπο του άβολες, άχαρες τούφες που τις κάνει πέρα συνεχώς.

Από την Αττική μέχρι την Ομόνοια το αγόρι είναι καθισμένο απέναντι από τη μητέρα του. Πίσω του βρίσκεται το τέρμα του βαγονιού. Κανείς άλλος δεν κάθεται δίπλα της. Για δύο στάσεις το αγόρι κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας του που χαμολάει και γνέφει. Κάθε τόσο στρέφεται προς τα πίσω για να δει σε ποιον απευθύνεται η μητέρα του. Το βαγόνι είναι άδειο αλλά το αγόρι δεν λέει τίποτα.

Όταν το τρένο φτάνει στην Ομόνοια η μητέρα του αγοριού σηκώνεται και βγαίνει βιαστικά. Το αγόρι την ακολουθεί όσο πιο γρήγορα μπορεί αλλά εκείνη είναι πιο γρήγορη και έτσι το αγόρι, όσο κι αν προσπαθεί, τελικά τη βλέπει να στρίβει σε μια γωνία, το παλτό της τυλίγεται στιγμιαία στον τοίχο πάνω στην απότομη στροφή, και όταν το αγόρι φτάνει στη γωνία η μητέρα του έχει εξαφανιστεί.

Μπροστά του το αγόρι βλέπει τον ενδιάμεσο χώρο του σταθμού της Ομόνοιας, μεταξύ των εξόδων και της αποβάθρας. Η χρονιά είναι 1998, ο χώρος είναι υποφωτισμένος. Ένα κιόσκι με άσπρα αδύναμα φώτα που τρεμοσβήνουν και περιοδικά με θολά εξώφυλλα που μοιάζουν βρεγμένα ή σαλιωμένα. Ένα βαρέλι με φωτιά που σιγοκαίει και γύρω του τρεις φιγούρες ντυμένες για βαρύ χειμώνα που τρέμουν από το κρύο και γέρνουν προς τη φωτιά. Ένας γκρεμισμένος τοίχος και γύρω του εργαλεία, κουβάδες, φτιάρια, όλο κλεισμένο με ασπροκόκκινη κορδέλα.

Το αγόρι προσπερνάει το κιόσκι και τις φιγούρες με αργά, αβέβαια βήματα, κοιτάζοντας γύρω του για το μαύρο παλτό. Μαύρο παλτό πουθενά κι έτσι το αγόρι στέκεται δίπλα στον γκρεμισμένο τοίχο και την κορδέλα, μπροστά στα γκρίζα πλακάκια του υπόλοιπου όρθιου τοίχου και κοιτάζει τα λόγια που είναι γραμμένα πάνω του με σπρέι χωρίς να τα καταλαβαίνει: ΦΟΒΟΣ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Μένει ακίνητο μπροστά στα λόγια και κοιτάζει μια αυτά και μια περιμετρικά πίσω του και περιμένει, γιατί υπολογίζει ότι αν ψάξει τη μητέρα του θα τη χάσει, ενω αν μείνει εκεί αυτή θα το βρει.
Κοιτάζει τα λόγια και προσπαθεί να τα καταλάβει, ξέρει τις δύο λέξεις ξεχωριστά αλλά δεν μπορεί να τις συνδέσει ούτε μεταξύ τους ούτε με κάτι αλλο. Όσο τα κοιτάζει φοβάται ότι μια από τις φιγούρες γύρω από τη φωτιά θα βρεθεί ξαφνικά πίσω του και έτσι κάθε λίγο κοιτάζει απότομα πίσω.

Την πέμπτη φορά που γυρνάει πίσω βρίσκεται καλυμμένο από τη σκιά ενός μαύρου παλτού. Δεν καταλαβαίνει αμέσως και έτσι καλύπτει το κεφάλι του όπως θα έκανε σε έναν εφιάλτη και αρχίζει να κλαίει σιωπηλά.

Η μητέρα του γονατίζει και το αγκαλιάζει και το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της και του κάνει Σσσς, σσσς, σσσς, για πολλή ώρα. Ύστερα το αφήνει και το αγόρι την κοιτάζει και βλέπει μπροστά του το τεράστιο, απίστευτο χαμόγελο της.

Η μητέρα του λέει Πλάκα δεν είχε; και Είδες τι γρήγορη που είμαι; και Σου πήρα αυτά, και του δίνει ένα περιοδικό τυλιγμένο σε πλαστικό που τα γράμματα στο εξώφυλλο μοιάζουν λιωμένα και το αγόρι δεν τα καταλαβαίνει, και μια σοκολάτα.

Ύστερα η μητέρα γνέφει προς τα γράμματα στον τοίχο και του λέει Εμείς να δεις τι γράφαμε όταν ήμουν νέα, και Ξέρεις τι σημαίνει φόβος; Το αγόρι λέει ναι.

Εκείνη συνεχίζει να χαμογελάει αλλά τώρα χαμογελάει πάλι πίσω από την πλάτη του αγοριού και όμως χαμογελάει μόνο το στόμα της, τα μάτια της κάνουν κάτι άλλο, το αγόρι δεν ξέρει τι, αλλά δεν θέλει να ξανακοιτάξει πίσω, κι έτσι της πιάνει το χέρι και αρχίζει να προχωράει προς την έξοδο τραβώντας την μαζί του.

Το μαύρο της παλτό κάνει φλουπ φλουπ φλουπ στο ρυθμό των βημάτων τους και κόντρα στον παγωμένο αέρα που τους ξυρίζει στις σκάλες και η μητέρα λέει στο αγόρι Όχι δεν ξέρεις.

ΟΤΑΝ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Posted in Uncategorized on May 19, 2016 by little percussionist derrida

όταν μου ψιθυρίσεις την εντολή
θα διαλυθώ μέσα σε αυτή την παραλία
σε όλους τους κόκκους άμμου που μπορείς να μετρήσεις

σε όλα τα κομμάτια ζωών που μπορείς να φοβηθείς,
να φοβίσεις και να αγαπήσεις –

τι σε έσπρωξε μέχρι εδώ;
ασημόφτερνο βιαστικό, με όλο το χρόνο του αιώνα
με τα χαλαρά σου μπροστινά δόντια και τους
δολοφονικούς κοπτήρες –

τι ξέρεις για μένα που δε ξέρω εγώ;
εκτός από τις σπείρες
το αίμα μου στην άμμο
και το λαρύγγι μου που σκόρπισες
στο ιώδες νερό στο ιώδες φώς

που σκόρπισες στριγκλίζοντας κάτω απ’ το χειρουργείο-φεγγάρι:
“είσαι πολύ δραματικός
είσαι πολυ δραματικός”

[το μόνο σαρκοβόρο που δεν αγάπησε το κενό στο στήθος του
που δεν πόνεσε γι’ αυτό
που δεν έγραψε γι’ αυτό
κι ούτε νοιάστηκε να κάνει γαργάρες το αίμα του καυτό

που αν τον έβλεπε μονόλογο στη σκηνή
θα κατασπάραζε τον υποβολέα και θα πεινούσε
ακόμα πιο πολύ –

θυμίσου τους στην παραλία, θυμίσου το κύμα λάβα να τους βρέχει,
αυτόν να τρώει την καρδιά του
κι αυτόν να σέρνεται προς την ψυχή που δεν έχει]

14/4/16

Posted in Uncategorized on April 16, 2016 by little percussionist derrida

Όταν η γάτα συναντήθηκε με το ποντίκι είδε ότι η μυτούλα του ήταν κατεβασμένη και τα ποδαράκια του μαζεμένα και το ρώτησε, “Είσαι στεναχωρημένο;” Εκείνο απάντησε, “Ναι, γάτα, είμαι.” Εκείνη το ρώτησε γιατί, κι αυτό απάντησε ότι δεν είχε δεί μια μια μέρα χαράς σε όλα του τα ποντικοχρόνια και ότι είχε βαρεθεί να τρέχει μέσα σε λαβύρινθους και να συναντάει άλλα ποντίκια που δεν μιλούσαν την ίδια γλώσσα και το κοίταζαν σαν να είναι φτιαγμένο από γυαλί και δεν τα ξανάβλεπε ποτέ.

Τότε η γάτα του είπε “Μα δεν χρειάζεται να είναι έτσι η ζωή σου.” Και το οδήγησε σε ένα μεγάλο πολύχρωμο δωμάτιο γεμάτο ποντικοχυμούς, ποντικογλυκά και ποντικοπαιχνίδια, και του είπε ότι ναι μεν δεν υπήρχαν άλλα ποντικάκια εκεί αλλά ότι μπορούσε να φάει, να πιεί και να παίξει με την ψυχή του. Και το ποντικάκι γέλασε μέχρι τα μουστάκια του και αγκάλιασε τη γάτα και όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Η γάτα χαμογέλασε θλιμμένα και έκλεισε την πόρτα, κι έκατσε απέξω και άκουγε τα σλουρπ και τα μιαμ και τα χα του μικρού ποντικιού.

Υπάρχουν δύο τέλη σε αυτή την ιστορία:

1) Η γάτα αφήνει το ποντίκι να παίξει μέχρι να χορτάσει, μέχρι να σταματήσουν να ακούγονται σλουρπ, μιαμ και χα, και όταν σιγουρεύεται ότι το ποντικάκι είναι, έστω προσωρινά, χαρούμενο, μπαίνει μέσα, το πλησίαζει με βελούδινα βήματα και του ρίχνει μια τρυφερή νυχιά στο λαιμό και μετά το καταβροχθίζει. Ένα τέλος για τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες που αναγνωρίζουν τη ματαιότητα της ζωής τους αλλά προσπαθούν να βρούν εκείνες τις στιγμές που την κάνουν λίγο πιο ανεκτή, χωρίς όμως να απομακρύνουν το αναπόφευκτο τέλος ούτε σπιθαμή.

2) Η γάτα αφήνει το ποντίκι να παίξει μέχρι να χορτάσει, μέχρι να σταματήσουν να ακούγονται σλουρπ, μιαμ και χα, και όταν σιγουρεύεται ότι το ποντικάκι είναι, έστω προσωρινά, χαρούμενο, μπαίνει μέσα με σκοπό να το πλησιάσει με βελούδινα βήματα, να του ρίξει μια τρυφερή νυχιά στο λαιμό και μετά να το καταβροχθίσει. Βλέποντας το όμως έτσι χαμογελαστό και χορτασμένο και με τα ματάκια του να λάμπουν από τη χαρά, κάτι μαλακώνει μέσα της. Φέρνει και αυτή τους γατοχυμούς, τα γατογλυκά και τα γατοπαίχνιδα της, και αφού το ποντικάκι συνέρχεται, παίζουν μαζί μέχρι να πέσουν κουρασμένα για ύπνο αγκαλιά. Ένα τέλος για τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες που πιστεύουν ότι υπάρχει μια μικρή, ελάχιστη πιθανότητα, ο τροχός που θα τους/τις κάνει κιμά αναπόφευκτα κάποια στιγμή να μπλοκάρει από ένα μικρό ασήμαντο πετραδάκι, και όλα να παραμείνουν στη στιγμή, απρόβλεπτα και ανοιχτά, για πάντα.

Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο τέλος:

3) Η γάτα αφήνει το ποντίκι να παίξει μέχρι να χορτάσει, μέχρι να σταματήσουν να ακούγονται σλουρπ, μιαμ και χα, και όταν σιγουρεύεται ότι το ποντικάκι είναι, έστω προσωρινά, χαρούμενο, μπαίνει μέσα με σκοπό να το πλησιάσει με βελούδινα βήματα, να του ρίξει μια τρυφερή νυχιά στο λαιμό και μετά να το καταβροχθίσει.

Όταν όμως μπαίνει μέσα βλέπει ότι το ποντικάκι δεν βρίσκεται πουθενά. Ούτε πίσω απ’το τραπέζι με τους ποντικοχυμούς και τις ποντικολιχουδιές, ούτε κρυμμένο μέσα στα ποντικοπαιχνίδια. Το ποντικάκι δεν βρίσκεται πουθενά μέσα στο δωμάτιο. Το ποντικάκι εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή καταλαβαίνει ότι ούτε εκείνη βρίσκεται πουθενά, ούτε το δωμάτιο, και ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά κανέναν. Κι έτσι εξαφανίζεται, και ίσως συνάντησε το ποντικάκι ξανά κάποτε, κάπου αλλού, πολύ πολύ πολύ μακριά από τα μάτια σας.

29/3/16

Posted in Uncategorized on March 29, 2016 by little percussionist derrida

και ξέρεις τι; μπορώ να τον γαμήσω μόνο αφού έχουμε πιεί κόκες. κι ακόμα και τότε είναι περίεργα, γίνεται περίεργος. με γλείφει και συνέχεια με κοιτάζει, με ένα βλέμμα σα να με ρωτάει γουστάρεις; το κάνω καλά; και δεν γλείφει τόσο άσχημα αλλά δε μπορώ ρε μαλάκα αυτό το βλέμμα, με μπλοκάρει τελείως, είναι σαν να πρέπει με κάθε του κίνηση να του δίνω κάποια επιβεβαίωση.
να σου πω κάτι που δοκίμασα μια μέρα; ήμουν άυπνη εντελώς και είχαμε καταλήξει ξημερώματα σπίτι μου και είχε γίνει αυτό που σου λέω, δεν τέλειωσα φυσικά, ένιωθα απλά ένα πονοκέφαλο να έρχεται και να έρχεται όλη την ώρα και να δυναμώνει σιγά-σιγά, σα να ξέρεις ότι κάποιος κρατάει μια οδοντογλυφίδα πάνω απ’ το κεφάλι σου και να περιμένεις πότε θα στην καρφώσει, και κάθε γραμμή που κάναμε απλά το χειροτέρευε μέχρι που δε μπορούσα να δω μπροστά μου από τον πόνο. βρήκα μια δικαιολογία και τον έδιωξα και είπα τώρα θα κοιμηθώ αλλά δεν υπήρχε περίπτωση, απλά περίμενα κάτω από τα σκεπάσματα να τελειώσει λίγο το φως. κι ευτυχώς που είναι λίγο χειμώνας ακόμα και κατά το απόγευμα άρχισε να σκοτεινιάζει. σηκώθηκα έφτιαξα ένα σκατά θεόπικρο τσάι, μετά ήπια ένα μονό εσπρέσο για να διώξω τη γεύση απ’ το τσάι και μετά λίγο κρασί απ’ αυτό το περσινό που μας έχει μείνει για το μαγείρεμα για να διώξω τον εσπρέσο και κανόνισα να βγούμε με αυτή τη γερμανίδα που ‘χαμε μιλήσει. είναι εδώ λέει με το αγόρι της και “they’re looking for someone to have something special” και μάλλον εγώ είμαι αυτή; τέλοσπάντων τους βρίσκω άυπνη στο σύνταγμα, έχει μια σκηνή στην πλατεία και παίζει κάτι ποντιακά που με γονατίζουν, τους βρίσκω και μου ζητάνε να τους πάω κάπου ωραία για ποτό. πρώτο περίεργο, ξέρεις όλα τα μέρη που θα μπορούσα να τους πάω, αλλά πάμε σε ένα χιπστερομπαρ ψυρρή που μόνο απέξω έχω πατήσει και έχει 8 ευρώ το ποτό και γιατί τους πάω εκεί; ο τύπος μου θυμίζει σαραντάρη γιάπη που ζει δεύτερα νιάτα και θέλει να περνάει για βερολινέζος καταληψίας, η τύπα έχει ράστα μέχρι τον κώλο και μιλάει για καταλήψεις στο βερολίνο. αισθάνομαι ότι αν αυτή η σκηνή παιζόταν δέκα, όχι, πέντε χρόνια νωρίτερα, θα τους είχα κόψει κατευθείαν, θα καταλάβαινα περίπου τι άτομα είναι, από ποιό βερολίνο έρχονται ακριβώς, τώρα σκέφτομαι 2016; roll with it και μη καταλαβαίνεις τίποτα, αυτή είναι η φάση τώρα. πάντως φαίνονται να αγαπιούνται. και ακόμα και με τα κουτσουρεμένα αγγλικά τους μπορώ να καταλάβω ότι αγαπιούνται εδώ και καιρό και ακόμα κι αν δεν έχουν τους πρώτους ενθουσιασμούς, έχουν βρει ένα τρόπο να επικοινωνούν ακόμα την αγάπη τους, πχ. κοροϊδεύουν ο ένας τη δουλειά της άλλης, μπροστά μου (και ξέρω ότι όλο αυτό είναι μια παράσταση για χάρη μου απόψε, αλλά κάπως δεν πειράζει) με έναν τρόπο που έχει ακριβώς τις σωστές αναλογίες αυτό- και αλληλο- σαρκασμού, τύπου έχω καταλάβει ακριβώς τι είναι αυτό που κάνεις και γιατί το κάνεις και τι δε σ’ αρέσει σε αυτό και γιατί όμως συνεχίζεις να το κάνεις και μπορώ να σε πειράζω για αυτό με ένα τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ότι σε ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο,
είναι συγκινητικοί, με έναν τρόπο, κι εγώ έχω να κοιμηθώ πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες, κάποια στιγμή πάω στην τουαλέτα και πίνω μια γραμμή σπιντ με γιούφι το χαρτάκι από τα καρέλια ανάμεσα απ’ τις δύο σειρές τσιγάρα και σκέφτομαι, χα, πρώτη φορά το χρησιμοποιώ αυτό για να πιώ. που σημαίνει χαρτονομίσματα τέλος, αλλά δεν πειράζει όμως γιατί κερνάνε. γυρνάω στο τραπέζι και παραγγέλνουμε άλλον ένα γύρο, πίνουν βότκα με κοκακόλα που μου φαίνεται κάπως κακόγουστο και κάπως ξένο, το χιπστερομπάρ έχει αρχίσει να θολώνει γύρω μου και γύρω τους και αρχίζω να προσέχω μόνο λεπτομέρειες, πώς όταν αυτός λέει ένα αστείο ακουμπάει αντανακλαστικά τον καρπό της και αυτή του ρίχνει μια πλάγια ματιά ενός δευτερολέπτου, πώς αυτές οι πλάγιες ματιές φαίνεται να είναι οι βίδες που κρατάνε όλο το οικοδόμημα ακόμα όρθιο –

και κάποια στιγμή μου λένε θες να να γυρίσουμε εκεί που μένουμε; λέω ναι φυσικά και πάμε στο airbnb που νοικιάζουν στην πλάκα, ανεβαίνουμε με (θεόστενο) ασανσέρ και τα σώματα μας πλησιάζουν λίγο και δεν το νιώθω ακριβώς άσχημο, μάλλον ωραίο, οι ανάσες τους μυρίζουν γαμάτα, σαν μέντα (που μάλλον τη φαντάζομαι) και τα ράστα της τύπισσας είναι τραχειά σαν σύρμα πλυσίματος πιάτων λίγο που τα πιάνω κι αυτό είναι καβλωτικό για κάποιο λόγο, και του γιάπη (;) πετάει μια τρομερή φλέβα στο λαιμό που θά ‘θελα ίσως να τη δω να φουσκώνει κι άλλο,

και βρισκόμαστε πλέον σε αυτό το αδιανόητο διαμέρισμα, προσπαθώ να φανταστώ σε τι τύπου κάτοικο αθηνών θα μπορούσε να ανήκει, μάλλον σε κάποιον που δε θα ζούσε ποτέ εκεί αλλά μπορεί να φανταστεί τι γουστάρουν οι τουρίστες, δηλαδή είναι τεράστιο και κομψά διακοσμημένο όπως ένα δείγμα δωματίου στα ικέα, απρόσωπο αλλά ανακουφιστικό, και απ’ το μπαλκόνι φαίνεται η ακρόπολη, ολόφωτη και τρισδιάστατη και σαν να τη βλέπω σε καρτ ποστάλ (σκέφτομαι: εικοσιτόσα χρόνια στην αθήνα και πρώτη φορά βλέπω την ακρόπολη από σπίτι, από τόσο κοντά).

πάμε στον πάγκο της κουζίνας που είναι γυαλιστερός και πεντακάθαρος και το ξύλο μοιάζει νοβοπάν, και η τύπισσα σπάει κάτι γραμμές πάνω, και ο τύπος μου λέει “do you maybe want a bump of k?” ναι γιατί όχι, πίνουμε τρεις παχιές γραμμές, είναι σα να έχω πιει τριμμένο πονστάν, δεν συνηθίζεται αυτή η πικρίλα, αλλά με τσιτώνει με περίεργο τρόπο και βγάζω τη ζακέτα μου. με πιάνουν από τα χέρια και πάμε προς το υπνοδωμάτιο, περνάμε ένα διάδρομο με φριχτά κάδρα της νίκο, της γκρέις τζόουνς, του λου ριντ, θέλω να τους ρωτήσω “αναβαθμίστηκε το ντεκορέησον στα ικέα ε;” αλλά δε μου βγάζει νόημα να μιλήσω τώρα, και φτάνουμε σε μια κρεβατοκάμαρα που ταυτόχρονα μοιάζει σέξι, μείον πέντε κελσίου και έτοιμη να γυρίσεις τσόντα. πάω να ρωτήσω “so this is where the magic happens, ah?” αλλά απ’ το στόμα μου βγαίνει ένα μουρμουρητό στο οποίο μετά βίας εγώ δίνω σημασία. το διπλό κρεβάτι έχει στα πόδια ένα κομοδίνο εμφανώς μετακινημένο από το πλάι του κρεβατιού, πάνω του μια τεράστια πλάσμα τηλεόραση που μοιάζει ότι θα μπορούσε να πέσει από εκεί κατά λάθος ανα πάσα στιγμή, και στο πλάι του ένα τρίποδο με μια κάμερα. η οθόνη της πλάσμα δείχνει ό,τι δείχνει η κάμερα, δηλαδή το κρεβάτι. η τύπισσα μου λέει “we think we try something a little bit different today, yes?”

τότε είναι που ρουφάω τη μύτη μου και κατεβαίνει η τελευταία πίκρα και η k στρογγυλοκάθεται. δηλαδή νιώθω σαν να με κοπάνησαν με ένα σπαθί με στομωμένη λεπίδα στο κρανίο, αλλά το κρανίο είναι αναισθητοποιημένο οπότε το χτύπημα είναι σχεδόν διασκεδαστικό, αλλά ταυτόχρονα μου διαλύει την όραση, και το δωμάτιο γίνεται λουναπάρκ. βλέπω και το ζεύγος της χρονιάς να υποφέρει από τα ίδια συμπτώματα, τρεκλίζουν λίγο αλλά αρχίζουν να γδύνονται, γδύνομαι κι εγώ γιατί γιατί όχι; και κάπως ανεβαίνουμε στο κρεβάτι. μου θυμίζουμε περισσότερο πρωτόζωα, αμοιβάδες ή κάτι γλιτσερό τελοσπάντων και χωρίς πολλή συνείδηση, παρά πρωταγωνιστές κάποιας έντζι άματσερ τσόντας, όπως το σκεφτόμουν αρχικά.

το δωμάτιο έχει παραμορφωθεί σε βαθμό που μου θυμίζει κάποιο άλλο δωμάτιο, και συγκεκριμένα κάπου που δεν έχω βρεθεί ακόμα, είναι παράξενη αυτή η αίσθηση προοικονομίας κάποιου μελλοντικού γεγονότος, αλλά χμρλφρφφργργ δεν μπορώ να μιλήσω πόσο μάλλον να σκεφτώ, οπότε τους πιάνω και τα σώματα τους μοιάζουν με ζαχαρωτά χάριμπο, δεν είναι άσχημο, έχει πλάκα. η τύπισσα πατάει το rec στην κάμερα και έτσι στρέφομαι προς την τηλεόραση, και μας βλέπω πεντακάθαρα, βασικά εκεί μας βλέπω σε καλύτερη ανάλυση απ’ ό,τι όταν κοιτάω το ζευγάρι κανονικά, οπότε κρατάω το βλέμμα μου στην πλάσμα και σκέφτομαι, ας το δω από εκεί, σιγά –

και τότε ρε συ συμβαίνουν όλα αυτά τα πράγματα – δίπλα μου το ζευγάρι πέφτει τέζα στο κρεβάτι, μακριά ο ένας από την άλλη, και το ένα χέρι τους πιάνει τη μέση μου, σφιχτά, σαν να ‘ναι πηδάλιο πλοήγησης, και τα άλλα δύο χέρια ενώνονται, και κρατιούνται σφιχτά. εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω – με έναν τρόπο που τώρα σου λέω ότι είναι οδυνηρός αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έφτανε μέχρι τον πόνο – ότι είναι μαζί, είναι μαζί –

και ότι εγώ δεν είμαι μαζί τους. και ταυτόχρονα συμβαίνει αυτό που όπως όλες τις άλλες φορές μας βλέπω από πάνω σαν να βλέπω θεατρικό αλλά είναι οκέι, είναι εντάξει, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο που μοιράζεται ανάμεσα τους, μια ανάσα ίσως, καπνός από τσιγάρο, μια ελιά στο δέρμα που ακουμπάει το άλλο δέρμα, μια τρίχα απ’ το αξύριστο μουστάκι της τύπισσας, μια ρυτίδα στα φρύδια του τύπου – και δεν πειράζει –

και τέλος αφού κοιτάω την τηλεόραση, με αυτό το πανέμορφο, αναίσθητο ζεύγος περιμετρικά μου, τους βλέπω στην οθόνη όρθιους, γονατιστές στο κρεβάτι, με ολάνοιχτα μάτια και σώματα σε λειτουργία να με πληασιάζουν, να με αγκαλιάζουν, να με φιλάνε, να μου ψιθυρίζουν ό,τι λέξεις φύλαγαν μάλλον για το μεταξύ τους, με βλέπω στην οθόνη να λιώνω ανάμεσα στα σώματα τους, μετά ξανακοιτάω δίπλα μου και τους βλέπω τέζα, μετά ξανά στην οθόνη, με έχουν τυλίξει έτσι που το σώμα μου δεν φαίνεται καν –

το βλέμμα μου έμεινε εκεί, σε αυτή την τρισδιάστατη, πλαστική, υπέροχη εικόνα, καθώς τα χέρια τους πλάι μου χαλάρωναν από τη μέση μου και τα σώματα τους βυθίζονταν στον ύπνο, και τους έβλεπα να με κάνουν να τελειώνω όλο το βράδυ, κι έβλεπα το σώμα του να τραντάζεται, το σώμα της να γλιστράει –

με μια περίεργη, υγρή, ασυνεχή κίνηση έκλεισα την κάμερα αλλά η οθόνη συνέχισε να παίζει και, και, μάλλον σου στέλνω αυτό το mail για να σε ρωτήσω, γιατί συνέβη αυτό; γιατί συμβαίνει αυτό;

23/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

κι αν έπεσε
τρία δέρματα κάτω απ’ όσο έπρεπε
πώς θα αναπνέει;
πλάι σε πλάσματα
με πνευμόνια μικρά
σαν τα μικρότερα ξυράφια
με τρίχες που αισθάνονται
περισσότερο από
τα δάχτυλα σου
με μάτια που βλέπουν
περισσότερο από τα δικά σου
με γλώσσες που μιλάνε γλώσσες
που μιλάνε γλώσσες
που ξέρουν ότι ξέρουν
ότι δεν έχει νόημα
να τους μιλήσεις;

κι αν έπεσε
εκεί που κάτι πήζει
εκεί που κάτι συγκεντρώνεται
αν έπεσε πριν του μιλήσεις
αν έπεσε πριν το αγγίξεις
αν έγινε ένας καθρέφτης
για να βλέπει μόνο
τον εαυτό του
κι αν σε βάφτισε
υγρό ασημί καυτό
χωρίς να το ζητήσεις
πώς θα αναπνέει
χωρίς τα χείλη σου
χωρίς την αγχωμένη ανάσα σου
χωρίς να το φυσήξεις;

πώς θα το κρατήσεις να ζήσει;
όταν λέει φοβάμαι
όταν λέει μη με αφήνεις μοναχό
πώς θα το παρηγορήσεις;
αν δεν μπορεί να ανασάνει
κι αν δεν μπορεί να ακούσει
το στήθος του να χτυπάει

πώς θα μπορέσεις να ακούσεις τα ουρλιαχτά του;
πώς θα μπορέσει να πεί
ψιθυριστά
για πρώτη φορά
το όνομα του;

17/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

είναι αυτό που λέμε
έχεις τον τρόπο σου να έχεις τον τρόπο σου

ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι ταιριάζετε
όπως το μπαρούτι στην πληγή
ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι αυτό το ρούχο σου πηγαίνει
σαν εγκεφαλικό ή σαν διάσειση

με μια σας λέξη το πλάνο ανοίγει,
η κάμερα τυφλώνεται από το έξτρα φως
για να μη δείξει
ότι σε αυτό το ασημί δωμάτιο δεν υπάρχει κανένας άλλος
ή τίποτα άλλο για να σας κρύβει

και ακούτε ‘αχ γλυκό μου φάντασμα αγοράκι
άσε με να γίνω το ανθρώπινο σου παιχνιδάκι’
ποιός ξέρει τι θα ακολουθήσει
σας πνίγει το σασπένς
καθώς περιμένετε στα μικροσκοπικά σας ακουστικά
για τις επομένες ατάκες
κι ανταλλάζετε αμήχανες ματιές

υποσχεθείτε ότι στο επόμενο τέικ όλα θα πάνε καλύτερα
θα έχετε ικανοποιητικότερο ρυθμό
ο διάλογος σας θα φαίνεται φυσικός, φυσικά γλυκός
το και να σου πω κάτι θα αντικαταστήσει το πώς να στο πω

όλες σας οι λέξεις θα κλειδώνουν η μια στην άλλη
γιατί η φωνή που υπαγορεύει θα είναι τόσο τρυφερή,
τόσο ολοκληρωτική, τόσο γαργαλιστική
που το να της αντισταθείτε θα ήταν το μεγαλύτερο κρίμα
ποιός σας είπε ότι δεν υπάρχει τρόπος, ότι δεν γράφει πουθενά τις οδηγίες
το μοναδικό πλήγμα
θα το δεχτεί η φόρα κι ο αυθορμητισμός σας
μα έτσι κι αλλιώς δε το πηγαίνατε για ολοκληρωτικό, στεγνό ρεαλισμό
προς θεού

απλά ίσως μετά
τα πρόσωπα σας να έχουν φύγει σε άλλον καθρέφτη
και τα είδωλα σας θα χαμογελάνε λες κι έχουν καταπιεί νέφτι
όμως περνάτε καλά, τουλάχιστον τα δυο από τα τέσσερα
οπότε κουλ εσείς χαμογελάστε ελεύθερα

ακόμα κι αν η ίδια η κάμερα έχει στραφεί σε μια άκυρη γωνία και παρατηρεί τη σκόνη
ιτς οκέι, κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσει σε σας
και όπως και να ‘χει, οπωσδήποτε
δεν μπορεί να είναι μονάχα αυτό που σας ενώνει

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 28 other followers