Archive for July, 2012

lavender trapezoids

Posted in Uncategorized on July 29, 2012 by little percussionist derrida

Το απόγευμα της έκτης μας μέρας στο σπίτι δίπλα στην παραλία προσπαθώ να φτιάξω καφέ στην κουζίνα και τα πάντα πάνε στραβά. Η ζάχαρη μου πέφτει στο πάτωμα. Το χτυπητήρι σκορπίζει σκούρο υγρό παντού. Τα παγάκια δεν έχουν παγώσει ακόμα – σπάω τη λεπτή τους κρούστα και μένω να κοιτάζω σαν χαζός το νερό από κάτω. Έχω παρατήσει κάθε προσπάθεια, μονάχα παρατηρώ την παγοθήκη για κανένα πεντάλεπτο όταν ακούω την Μυρτώ να με φωνάζει απ’το σαλόνι. Παρατάω την παγοθήκη με τα μισολιωμένα παγάκια στον πάγκο, μαζεύω όπως-όπως τους χυμένους καφέδες και παίρνω μαζί μου ό,τι έχει απομείνει απ’ το θλιβερό μου ρόφημα.

Στο σαλόνι η Μυρτώ είναι ξαπλωμένη στον καναπέ και κοιτάζει μια αφίσα στον τοίχο μπροστά της που γράφει ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΣΦΑΛΙΤΕΣ. Κάθομαι σε μια καρέκλα δίπλα της. Δεν με κοιτάζει. Φαίνεται εκνευρισμένη και προσπαθώ να μαντέψω με τι.  Θέλοντας να πω κάτι, ρωτάω πού είναι ο Μιχάλης. Γι’ αυτό σε φώναξα μου λέει. Αλλά έχεις τα δικά σου, δεν έχει νόημα, γάμα το. Δεν απαντάω. Κοιτάω το λάπτοπ και βάζω να ξαναπαίξει ο δίσκος Boards of Canada που ακούμε εμμονικά τις τελευταίες τρείς μέρες. Κοιτάζω απ’το παράθυρο. Είναι νύχτα, έχει καύσωνα και για πρώτη φορά μέσα στο τριήμερο η μουσική μου ακούγεται τελείως άσχετη με το μέρος και τη διάθεση μας. Γυρνάω στη Μυρτώ. Θα με βοηθήσεις περισσότερο με τα δικά μου άμα μου πείς, της λέω. Ρουφάω τον καφέ και μου κολλάνε κομματάκια ζάχαρης στα δόντια. Η Μυρτώ παίρνει μια βαθιά ανάσα, φαίνεται να υπολογίζει τι θα πεί, χαμογελάει με κάτι – υπολογισμένο και το χαμόγελο, κινηματογραφικό και ακριβώς τη σωστή στιγμή. Αν την ξέρω καλά, και θα ‘θελα πολύ να την ξέρω όντως καλά, κρατιέται να μη κλάψει. Ο Μιχάλης έχει φρικάρει και είναι στην παραλία, πήγα να του μιλήσω αλλά είναι στη μούγκα, κλαίει νομίζω, θες να βοηθήσεις κάπως; Αφού φαινόσασταν γαμώ τις τελευταίες μέρες λέω και αμέσως μετανιώνω για την ηλίθια παρατήρηση. Και προχτές που… Και προχτές που έγινε αυτό με τους τρείς μας… Εεε, φαινόταν ευτυχισμένος. Με κοιτάει με ένα μείγμα απογοήτευσης και της συμπόνοιας που φυλάει κανείς για τους ηλίθιους. Καλά σου λέω, γάμα το, άστονε, θα του περάσει.

Πίνω άλλη μια γουλιά και σκέφτομαι έχει δίκιο, δεν έχω ιδέα. Μετά σκέφτομαι δεν έπρεπε να έχω έρθει μαζί τους. Μετά πρέπει να κάνω κάτι. Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι με περισσότερη δύναμη απ’ όση υπολόγιζα. Παίρνω κουράγιο απ’ τον ήχο και σηκώνομαι με ανανεωμένη αποφασιστικότητα. Πηγαίνω μέχρι την τζαμόπορτα με σίγουρα βήματα, την ανοίγω και βγαίνω στην παραλία. Στο βάθος βλέπω τη σιλουέττα του Μιχάλη και την κάφτρα απ’ το τσιγάρο του. Τα αποφασιστικά μου βήματα χάνουν τη δύναμη τους όσο προχωράω στην άμμο. Τελικά σκέφτομαι ότι δεν κοιτάζει προς το μέρος μου έτσι κι αλλιώς. Παρατάω την προσποίηση, διανύω τα τελευταία ατσούμπαλα μέτρα και κάθομαι δίπλα του. Γυρίζει προς το μέρος μου. Δεν βλέπω τίποτα αλλά μπορώ να μαντέψω το βλέμμα του, την αποστασιοποιημένη τρυφερότητα που φοράει μπροστά στους πάντες και τα πάντα. Βασικά σχεδόν στα πάντα, συνεχίζω τη σκέψη μου φωναχτά. Έλα; ρωτάει ο Μιχάλης. Προχτές δεν είχες αυτό το ύφος, λέω. Μοιάζει να μη καταλαβαίνει αλλά να το διασκεδάζει παρόλαυτά. Και τι ύφος είχα δηλαδή; Το σκέφτομαι λίγο. Παραίτησης, λέω. Ανακούφισης. Έκστασης. Κάτι τέτοιο. Γελάει βραχνά, απ’το κλάμα, ή απ’ το μανιακό κάπνισμα των τελευταίων ημερών, ή και από τα δύο. Ρε δε την παλεύω, λέει, και δεν ακούγεται σαν κατηγορία παρόλο που το άρρητο “με εσάς” είναι εκκωφαντικό στα αυτιά μου. Θα πάρω το πλοίο αύριο. Πού θα πάς; ρωτάω. Δεν έχει πολλή σημασία, λέει, και ξαναγελάει. Κάπου. Όχι εδώ.

Του ζητάω τσιγάρο, μου δίνει, μου το ανάβει, και για λίγο μένουμε σιωπηλοί. Και η Μυρτώ; ρωτάω. Θα τα βρείτε με τη Μυρτώ, λέει. Αστειεύεσαι; Χωρίς εσένα μου φέρεται λες και είμαι ο βλάκας του χωριού. Σ’ αγαπάει με τον τρόπο της, λέει, και στο καπάκι ξεφυσάει περιφρονητικά και συμπληρώνει, δεν ήξερα ότι μιλάνε οι άνθρωποι έτσι στ’ αλήθεια. Δεν περίμενα ότι θα έλεγα ποτέ τέτοια πράγματα χωρίς ειρωνεία. Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε αυτό, οπότε το βουλώνω.

Μένουμε ακίνητοι και αμίλητοι για αρκετή ώρα αφού σβήσαμε τα τσιγάρα μας στην άμμο. Κάποια στιγμή ακούω τους λυγμούς του. Μετράω τις επιλογές μου: να βάλω το χέρι μου καθησυχαστικά στον ώμο του – θα εκπληρώσει κάποιο τελετουργικό συμπεριφοράς αλλά αν τον ξέρω καλά, πράγμα που δεν έχω κανένα λόγο να πιστεύω, δεν θα τον βοηθήσει ιδιαίτερα. Να περιμένω να τελειώσει και να αλλάξω το θέμα – αυτό που κάνω συνήθως, και που με αφήνει με μια πολύ δυσάρεστη αίσθηση ατέλειας. Να σηκωθώ να φύγω και να πάω μέσα – αυτό για το οποίο έχω την περισσότερη διάθεση, αλλά κάτι με σταματάει. Τελικά γέρνω προς το μέρος του και του λέω Μιχάλη; και όταν ανασηκώνει το κεφάλι και με κοιτάει, δακρυσμένος υποθέτω, του δίνω ένα απαλό φιλί στα χείλη. Είναι ξερά. Νομίζω πως χαμογελάει. Δεν υπάρχει κατάσταση απ’ την οποία να μην μπορείς να ξεφύγεις, του λέω, το άκουσα σε μια ταινία αυτό, το σκέφτομαι συχνά. Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής: σου λέω μαλακίες, ε; Το ξέρω απαντάει αυτός, πρέπει να ξανακλαίει τώρα, το ξέρω, αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν πειράζει, του ψιθυρίζω, δεν πειράζει.

Σηκώνομαι και περπατάω μέχρι το σπίτι. Το περίγραμμα του κτίσματος κόντρα στον μωβ ουρανό έχει κάτι το δυσοίωνο. Τον τελευταίο χρόνο νιώθω – όχι μόνο για μένα, και για τη Μυρτώ και τον Μιχάλη, και για τους υπόλοιπους που δεν ήρθαν – πως είμαστε γατζωμένες πάνω σε ένα τεράστιο, προϊστορικό, παλαιολιθικό πλάσμα, που σέρνεται πληγωμένο μέχρι την άκρη κάποιας χαράδρας. Βρισκόμαστε τόσο καιρό στη ράχη του και γνωριζόμαστε πλέον τόσο καλά που έχουμε φτάσει να συνεννοούμαστε με νοήματα ή μουγκρητά, και αυτά μόνο για λόγους λειτουργικότητας. Ξέρουμε ότι θα πέσει. Υποθέτω αγαπάμε το κτήνος μας περισσότερο απ’ όσο ο ένας την άλλη, αλλιώς θα ξεγατζωνόμασταν και θα το αφήναμε στο χαμό του. Αλλά έχω αυτή την αίσθηση, μια αίσθηση που ανά περιόδους με τρώει για μέρες, βδομάδες, μήνες, και που νομίζω τον μοιράζομαι μαζί τους, ότι καμιά μας δεν παραμένει εκεί πάνω από αγάπη για αυτό το ζεστό, δύσοσμο, ασφαλές τομάρι, αλλά από το φόβο ότι αν κάποιος αφεθεί και πέσει πρώτος, δε θα τον ακολουθήσουν οι υπόλοιποι.

Ξαναμπαίνω στο σπίτι. Η Μυρτώ είναι καρφωμένη ακόμα στην αφίσα. Κοιτάζω τα γυμνά της πόδια, τις φλέβες που πετάνε, αναρωτιέμαι πόσες μέρες συσσωρευόταν αυτή η ένταση, και αν έχει καμιά σημασία ο αριθμός. Όταν με παίρνει χαμπάρι με κοιτάζει ερωτηματικά. Ανασηκώνω τους ώμους μου και πάω στο δωμάτιο μου. Ύστερα από λίγο τη νιώθω να ξαπλώνει δίπλα μου. Είμαστε και δύο μπρούμυτα, και μου κρατάει σφιχτά το χέρι, και ύστερα γυρνάμε στις πλευρές μας. Μας νανουρίζει η μουσική που ακούγεται αχνά από το σαλόνι – η Μυρτώ έβαλε το δίσκο ακόμα μια φορά μετά την τελευταία δικιά μου.

Το πρωί ο Μιχάλης έχει φύγει. Καθόμαστε στο σαλόνι με τη Μυρτώ και περιμένω να με ρωτήσει τι είπαμε χτες. Κοιτάζει τα πόδια της για πολλή ώρα αμίλητη. Τελικά βρίσκει έναν μαρκαδόρο που βρισκόταν πεταμένος κάπου μέσα στο δωμάτιο, παίρνει την παλάμη μου στα χέρια της και γράφει αργά-αργά πάνω στο δέρμα μου ΚΑΙ ΤΩΡΑ;

παρόλο που υπήρχε μετάφραση

Posted in Uncategorized on July 28, 2012 by little percussionist derrida

Πάουλ Τσέλαν – Φούγκα Θανάτου

Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε όταν δύσει
το πίνουμε το μεσημέρι το πρωί το πίνουμε ολονυχτίς
πίνουμε και πίνουμε
σκάβουμε ένα τάφο στον ουρανό όπου άπλετα ξαπλώνεις
Ένας άνδρας στο σπίτι παίζει με τα ερπετά γράφει
γράφει όταν πέφτει η νύχτα στη Γερμανία τα χρυσαφιά σου μαλλιά Μαργκαρέτε
το γράφει και φεύγει απ’ το σπίτι λαμπυρίζουν τα αστέρια σφυρίζει στα σκυλιά του
σφυρίζει στους Εβραίους του και διατάζει να σκαφτεί στη γη ένας τάφος
μας διατάζει αρχινήστε το χορό

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε τα πρωινά το μεσημέρι  σε πίνουμε τη δύση
σε πίνουμε και σε πίνουμε
Ένας άνδρας στο σπίτι παίζει με τα ερπετά γράφει
γράφει όταν πέφτει η νύχτα στη Γερμανία τα χρυσαφιά σου μαλλιά Μαργκαρέτε
Τα σταχτένια σου μαλλιά Σουλαμίτ σκάβουμε έναν τάφο στον ουρανό όπου άπλετα ξαπλώνεις

Φωνάζει κάρφωσε τη πιο βαθιά τη γη εσύ εκεί κι εσείς οι άλλοι εσείς τραγουδίστε και παίχτε
αρπάζει τ’ όπλο από τη ζώνη του το στριφογυρνά γαλάζια είναι τα μάτια του
καρφώστε βαθύτερα τα φτιάρια σας εσύ εκεί και εσείς παίχτε για το χορό
Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη δύση
σε πίνουμε το μεσημέρι τα πρωινά σε πίνουμε τη δύση
σε πίνουμε και σε πίνουμε
ένας άνδρας στο σπίτι τα χρυσαφιά σου μαλλιά Μαργκαρέτε
τα σταχτένια σου μαλλιά Σουλαμίτ παίζει με τα ερπετά

Φωνάζει παίχτε γλυκήτερη τη μουσική του θανάτου έρχεται ο θάνατος σαν μάστορας από τη Γερμανία
φωνάζει χαϊδέψτε έρεβος τις χορδές και σαν καπνός θα αναληφθείτε στον ουρανό
και τότε θα ‘χετε έναν τάφο στα σύννεφα όπου άπλετα ξαπλώνεις

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος έρχεται σαν μάστορας από τη Γερμανία
σε πίνουμε τη δύση και το πρωί σε πίνουμε και σε πίνουμε
ένας άρχοντας από τη Γερμανία ο θάνατος έρχεται με γαλάζια μάτια
με μολυβένια σφαίρα θα σε χτυπήσει στο σημάδι θα σε χτυπήσει
ένας άνδρας στο σπίτι τα χρυσαφιά σου μαλλιά Μαργκαρέτε
μας κυνηγάει με τα σκυλιά του στον ουρανό μας προσφέρει έναν τάφο
παίζει με τα ερπετά και ονειρεύεται τον θάνατο που έρχεται σαν μάστορας από τη Γερμανία

τα χρυσαφιά σου μαλλιά Μαργκαρέτε
τα σταχτένια σου μαλλιά Σουλαμίτ

Robin Ekiss – Πρόλογος

Posted in Uncategorized on July 26, 2012 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Με μεγάλωσαν ανάμεσα σε κούκλες.

Η μητέρα μου, η μινιατουρίστα,
έφτιαχνε πίτες μικρές σαν το νύχι του αντίχειρα.

Ο πατέρας μου, ο αιώνια προπονούμενος παλαιστής,
μιλούσε μονάχα στο σκοτάδι.

Κανείς εδώ δεν θυμάται
την αγάπη μιας καρέκλας για το σκαμπώ της
ή την ιδιωτικότητα μιας κλειστής πόρτας.

Τα παράθυρα θρηνούν μεσ’ στα δεσμά τους.
Καίγονται με φώς εσωτερικό,
σαν νεκταρίνια.

Φανταστείτε: ένα κουκλόσπιτο σε κάθε δωμάτιο—

μέσα σε κάθε δωμάτιο, άλλο ένα δωμάτιο,
μέσα σε κάθε κορίτσι, άλλο ένα κορίτσι

που κοιτάζει από ένα μικρό παράθυρο,
και το πρόσωπο της επαναλαμβάνεται στο γυαλί.

Σαν δύο που δεν μπορούσαν να παριστάνουν
πως αγαπιούνται,
κοιτούσαμε μέσα απ’ τη θλίψη.

Μαθήτρια, πουπέ, κούκλα μικρή
ορφανεμένη απ’την ίριδα του ματιού μου:
τι είδες, τι είδες

αν όχι το άλλο κορίτσι μέσα μου,

την πόρτα που στη θέση της ήταν καρφιτσωμένο
το μικρότερο φέρετρο,

που έκρυβε μέσα του το όνομα του Θεού
όπως το στόμα την σκουριά.

νικηφόρου ουρανού 20

Posted in Uncategorized on July 18, 2012 by little percussionist derrida

σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα που όντως συνέβησαν με αιματηρή, χειρουργική ακρίβεια και συνέπεια
να κάτι που δεν μπόρεσε να γίνει ποτέ
ένα σώμα πλάι στον γερμανό ή
στην γερμανίδα που έγραφε (που είπε πως έγραφε) στο τάδε περιοδικό
να αφουγκράζεται το γατί που σκαλίζει τα σκουπίδια έξω στο δρόμο
και να ψιθυρίζει ενθουσιασμένα θα δείς το πρωί θα δείς
είναι σα νησί εδώ
τη στιγμή που ο γερμανός ή η γερμανίδα βάζει ένα κομμάτι στο λάπτοπ και λέει
shhhh beruhige, beruhige, listen to this

το σώμα παρατάει την προσπάθεια
και ξαπλώνει πάλι στο στρώμα
σε έναν λεκέ από τσιγαρόζουμο
σε λίγο ξημερώνει

θα ακολουθήσει μια δεκαετία λίγο-πολύ καλή
με πολύ σεξ περισσότερη μουσική λίγα αλλά πολύτιμα ταξίδια
μερικές στιγμές βλέμματα κατευθείαν μέσα στο πιο απρόσωπο γκρίζο
αλλά σε γενικές γραμμές όλα θα πάνε καλά

Samuel Beckett – Φαντάσου Νεκρή Φαντασία

Posted in Uncategorized on July 15, 2012 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Κανένα ίχνος ζωής πουθενά, λες, πφ, σιγά το δύσκολο, φαντασία όχι νεκρή ακόμα, ναι, νεκρή, καλά, φαντάσου νεκρή φαντασία. Νησιά, νερά, θαλασσί, πράσινο, μια ματιά κι εξαφανίστηκε, ατέλειωτα, παράλειψε. Ώσπου ολόλευκη στη λευκότητα η ροτόντα. Καμία είσοδος, μπες, μέτρα. Ένα μέτρο διάμετρος, ένα μέτρο απ’ το έδαφος ως την κορυφή του θόλου. Δύο διάμετροι σε ορθές γωνίες ΑΒ ΓΔ χωρίζουν το λευκό έδαφος σε δύο ημικύκλια ΑΓΒ ΒΔΑ. Ξαπλωμένα στο έδαφος δύο λευκά σώματα, το καθένα στο ημικύκλιο του. Λευκός επίσης ο θόλος και μισό μέτρο ψηλός ο κυκλικός τοίχος από τον οποίο ξεπηδάει. Βγες έξω, μια σκέτη ροτόντα, ολόλευκη στη λευκότητα, ξαναμπές μέσα, χτύπα, πέρα για πέρα συμπαγές, μια αντήχηση όπως στη φαντασία η αντήχηση του οστού. Το φώς που κάνει τα πάντα τόσο λευκά δεν έχει ορατή πηγή, τα πάντα λάμπουν με την ίδια λευκή λάμψη, έδαφος, τοίχος, θόλος, σώματα, χωρίς σκιά. Δυνατή ζέστη, επιφάνειες ζεστές αλλά όχι καυτές, σώματα ιδρωμένα. Ξαναβγές έξω, οπισθοχώρησε, το μικρό ύφασμα εξαφανίζεται, υψώσου, εξαφανίζεται, ολόλευκο στη λευκότητα, χαμήλωσε, ξαναμπές μέσα. Κενό, σιωπή, ζέστη, λευκότητα, περίμενε, το φώς χαμηλώνει, τα πάντα σκοτεινιάζουν ταυτόχρονα, έδαφος, τοίχος, θόλος, σώματα, είκοσι δευτερόλεπτα πες, όλα τα γκρίζα, το φώς σβήνει, όλα εξαφανίζονται. Ταυτόχρονα η θερμοκρασία πέφτει, πιάνει πάτο, σημείο ψύξης πες, την ίδια στιγμή που το σκοτάδι γίνεται απόλυτο, πράγμα που μπορεί να φανεί περίεργο. Αναμονή, μάλλον μακριά, το φώς και η ζέστη επιστρέφουν, τα πάντα λευκαίνουν και ζεσταίνονται ταυτόχρονα, έδαφος, τοίχος, θόλος, σώματα, είκοσι δευτερόλεπτα πες, όλα τα γκρίζα, μέχρι την επιστροφή στο αρχικό επίπεδο απ’ όπου άρχισε η πτώση. Μάλλον παρατεταμένη, επειδή, όπως δείχνει η εμπειρία, ενδέχεται να παρεμβληθούν, μεταξύ του τέλους της πτώσης και της αρχής της ανόδου, παύσεις διαφορετικής διάρκειας, από το κλάσμα του δευτερόλεπτου μέχρι όσο θα φαινόταν, σε άλλους καιρούς, σε άλλους τόπους, μια αιωνιότητα. Η ίδια παρατήρηση και για την άλλη παύση, μεταξύ τέλους της ανόδου και αρχής της πτώσης. Τα άκρα, για όσο διαρκούν, είναι απολύτως σταθερά, πράγμα που, στην περίπτωση της θερμοκρασίας, αρχικά μπορεί να φανεί περίεργο. Είναι επίσης πιθανό, όπως δείχνει η εμπειρία, να σταματήσει απότομα ανα πάσα στιγμή η άνοδος και η πτώση, και να σηματοδοτήσει μια παύση, μάλλον μεγάλη, προτού ξαναρχίσει, ή αντιστραφεί, η άνοδος τώρα πτώση, η πτώση άνοδος, κι αυτές με τη σειρά τους να ολοκληρωθούν, ή να σταματήσουν απότομα και να σηματοδοτήσουν μια παύση, μάλλον μεγάλη, προτού ξαναρχίσουν, ή αντιστραφούν ξανά, και ούτω καθεξής, μέχρι τελικά να επιτευχθεί το ένα ή το άλλο άκρο. Τέτοιες παραλλαγές ανόδου και πτώσης, συνδυασμένες σε άπειρους ρυθμούς, ακολουθούν συνήθως το πέρασμα από το λευκό και το ζεστό στο μαύρο και το κρύο, και τανάπαλιν.
Μονάχα τα άκρα είναι σταθερά όπως τονίζεται από τη δόνηση που παρατηρείται όταν μια παύση συμβαίνει σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, ανεξάρτητα από το επίπεδο και τη διάρκεια της. Τότε δονούνται τα πάντα, έδαφος, τοίχος, θόλος, σώματα, πανάλαφρα ή υπέρβαρα ή κάτι ενδιάμεσο, όπως τύχει. Όμως συνολικά, όπως δείχνει η εμπειρία, τέτοιο αβέβαιο πέρασμα δεν είναι σύνηθες. Και πιο συχνά, όταν το φώς αρχίζει να σβήνει, και μαζί του η ζέστη, η κίνηση συνεχίζει αδιάκοπη μέχρι, στο διάστημα περίπου είκοσι δευτερολέπτων, το σκοτάδι γίνεται απόλυτο, και ας πούμε την ίδια στιγμή το σημείο ψύξης. Το ίδιο σχόλιο για την αντίστροφη κίνηση, προς τη ζέστη και τη λευκότητα.
Αμέσως πιο συχνή είναι η πτώση ή η άνοδος με παύσεις διαφορετικής διάρκειας μέσα σ’ αυτά τα πυρετώδη γκρίζα, χωρίς την αντιστροφή της κίνησης σε καμία στιγμή. Αλλά παρόλες τις αβεβαίοτητες της η επιστροφή αργά ή γρήγορα σε μια προσωρινή ισορροπία μοιάζει βέβαιη, για την ώρα, στο μαύρο σκοτάδι ή στην απόλυτη λευκότητα, με αντίστοιχη θερμοκρασία, με τον κόσμο ακόμα προφυλαγμένο από τη διαρκή αναταραχή. Έχοντας ανακαλυφθεί ξανά μετά από όποια απουσία στα τέλεια κενά δεν είναι πλέον ακριβώς το ίδιο, από αυτή την άποψη, αλλά δεν υπάρχει άλλη. Εξωτερικά τα πάντα είναι όπως πριν και η όψη του μικρού υφάσματος παραμένει εντούτοις θέμα τύχης, με τη λευκότητα του να συγχωνεύεται στην περιρρέουσα λευκότητα.
Μπες όμως ξανά και τώρα συντομότεροι εφησυχασμοί και ποτέ η ίδια καταιγίδα δις. Φώς και ζέστη παραμένουν συνδεδεμένα σαν να τρέφονται από την ίδια πηγή της οποίας ακόμα κανένα ίχνος. Στο έδαφος ακόμα, λυγισμένο στα τρία, το κεφάλι κόντρα στον τοίχο στο Β, ο κώλος κόντρα στον τοίχο στο Α, τα γόνατα κόντρα στον τοίχο μεταξύ του Β και του Γ, τα πόδια κόντρα στον τοίχο μεταξύ του Γ και του Α, δηλαδή εγγεγραμένο στο ημικύκλιο ΑΓΒ, συγχωνευμένο στο λευκό έδαφος αν δεν υπήρχαν τα μακριά μαλλιά με την παράξενη ατελή λευκότητα, το λευκό σώμα μιας γυναίκας τελικά. Παρομοίως εγγεγραμένο στο άλλο ημικύκλιο, κόντρα στον τοίχο το κεφάλι του στο Α, ο κώλος του στο Β, τα γόνατα μεταξύ Α και Δ, τα πόδια του μεταξύ Δ και Β, ο σύντροφος.
Άρα και οι δυό τους ξαπλωμένοι στο δεξί τους πλευρό και πλάτη με πλάτη κεφάλι με κώλο. Κράτα ένα καθρέφτη στα χείλη τους, θα θολώσει. Με τα αριστερά τους χέρια κρατάνε τα αριστερά τους πόδια λίγο πιο κάτω από το γόνατο, με τα δεξιά τους χέρια τα αριστερά τους μπράτσα λίγο πιο πάνω από τον αγκώνα. Σ’ αυτό το ταραγμένο φως, με την τρομερή λευκή του ισορροπία πλέον τόσο σπάνια και σύντομη, η επιθεώρηση δεν είναι εύκολη. Αν εξαιρέσουμε τον ιδρώτα και τον καθρέφτη θα μπορούσαν κάλλιστα να μοιάζουν άψυχα εκτός από τα αριστερά μάτια τα οποία σε τυχαία διαστήματα ξαφνικά ανοίγουν διάπλατα και κοιτάζουν ορθάνοιχτα πολύ πέρα απ’ όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό. Διαπεραστικό χλωμό γαλάζιο το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, αρχικά. Ποτέ τα δύο βλέμματα ταυτόχρονα, εκτός από μια φορά, όταν η αρχή του ενός συνέπεσε με το τέλος του άλλου, για περίπου δέκα δευτερόλεπτα. Ούτε παχιά ούτε αδύνατα, ούτε μεγάλα ούτε μικρά, τα σώματα φαίνονται ολόκληρα και σε σχετικά καλή κατάσταση, κρίνοντας από τις επιφάνειες που είναι εκτεθειμένες.
Τα πρόσωπα το ίδιο, υιοθετώντας τις δύο πλευρές ενός τμήματος, δεν φαίνονται να επιθυμούν τίποτα ουσιαστικό. Μεταξύ της απόλυτης ακινησίας τους και του σπασμωδικού φωτός η αντίθεση είναι εκπληκτική, αρχικά, για κάποιον που ακόμα θυμάται να έχει εντυπωσιαστεί από το αντίθετο. Είναι ξεκάθαρο πάντως, από χιλιάδες μικρά σημάδια πολύ μακρινά για να τα φανταστεί κανείς, πως δεν κοιμούνται. Μονάχα μουρμουρίζουν αχ, τίποτα παραπάνω, μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, και την ίδια στιγμή για το μάτι του θηράματος το απειροελάχιστο τρεμούλιασμα αμέσως καταστέλλεται. Άσε  τα εκεί, ιδρωμένα και παγωμένα, υπάρχει κάτι καλύτερο κάπου αλλού. Όχι, η ζωή τελειώνει και όχι, δεν υπάρχει τίποτα αλλού, και δεν τίθεται θέμα πλέον να ξαναβρείς αυτό το λευκό σημαδάκι χαμένο στη λευκότητα, να δεις εάν ακόμα είναι ξαπλωμένα ακίνητα μέσα στην πίεση αυτής της καταιγίδας, ή μιας χειρότερης καταιγίδας, ή μέσα στο μαύρο σκοτάδι για τα καλά, ή μέσα στην απόλυτη απαράλλαχτη λευκότητα, κι αν όχι τι κάνουν.

hrms

Posted in Uncategorized on July 7, 2012 by little percussionist derrida

Ο Καλίντοφ έστεκε στις μύτες των ποδιών και με κοίταζε κατάματα. Ήταν πολύ δυσάρεστο. Γύρισα στο πλάι, αλλά ο Καλίντοφ μ’ ένα σάλτο ξαναβρέθηκε μπρος μου και με κοίταξε κατάματα. Προσπάθησα να κρυφτώ απ’ τον Καλίντοφ με μια εφημερίδα. Ο Καλίντοφ όμως φάνηκε πιο έξυπνος: έβαλε φωτιά στην εφημερίδα και, με το που η εφημερίδα λαμπάδιασε, την πέταξα κάτω στο πάτωμα κι ο Καλίντοφ βρέθηκε πάλι να με κοιτάζει κατάματα. Πισοπατώντας αργά αργά, χώθηκα πίσω απ’ την ντουλάπα, όπου για μια στιγμή απαλλάχτηκα απ’ το επίμονο βλέμμα του Καλίντοφ. Όχι όμως για πολύ: ο Καλίντοφ σύρθηκε στα τέσσερα ως την ντουλάπα και με κοίταξε απ’ το πάτωμα. Η υπομονή μου είχε εξαντληθεί: μισόκλεισα τα μάτια και κλότσησα με την μπότα μου τον Καλίντοφ στα μούτρα.
Όταν ξανάνοιξα τα μάτια, ο Καλίντοφ, με τη ματωμένη μούρη και το ξεσκισμένο στόμα του, έστεκε μπρος μου και με κοίταζε κατάματα, όπως και πριν.

charms.1939-1940