lavender trapezoids

Το απόγευμα της έκτης μας μέρας στο σπίτι δίπλα στην παραλία προσπαθώ να φτιάξω καφέ στην κουζίνα και τα πάντα πάνε στραβά. Η ζάχαρη μου πέφτει στο πάτωμα. Το χτυπητήρι σκορπίζει σκούρο υγρό παντού. Τα παγάκια δεν έχουν παγώσει ακόμα – σπάω τη λεπτή τους κρούστα και μένω να κοιτάζω σαν χαζός το νερό από κάτω. Έχω παρατήσει κάθε προσπάθεια, μονάχα παρατηρώ την παγοθήκη για κανένα πεντάλεπτο όταν ακούω την Μυρτώ να με φωνάζει απ’το σαλόνι. Παρατάω την παγοθήκη με τα μισολιωμένα παγάκια στον πάγκο, μαζεύω όπως-όπως τους χυμένους καφέδες και παίρνω μαζί μου ό,τι έχει απομείνει απ’ το θλιβερό μου ρόφημα.

Στο σαλόνι η Μυρτώ είναι ξαπλωμένη στον καναπέ και κοιτάζει μια αφίσα στον τοίχο μπροστά της που γράφει ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΣΦΑΛΙΤΕΣ. Κάθομαι σε μια καρέκλα δίπλα της. Δεν με κοιτάζει. Φαίνεται εκνευρισμένη και προσπαθώ να μαντέψω με τι.  Θέλοντας να πω κάτι, ρωτάω πού είναι ο Μιχάλης. Γι’ αυτό σε φώναξα μου λέει. Αλλά έχεις τα δικά σου, δεν έχει νόημα, γάμα το. Δεν απαντάω. Κοιτάω το λάπτοπ και βάζω να ξαναπαίξει ο δίσκος Boards of Canada που ακούμε εμμονικά τις τελευταίες τρείς μέρες. Κοιτάζω απ’το παράθυρο. Είναι νύχτα, έχει καύσωνα και για πρώτη φορά μέσα στο τριήμερο η μουσική μου ακούγεται τελείως άσχετη με το μέρος και τη διάθεση μας. Γυρνάω στη Μυρτώ. Θα με βοηθήσεις περισσότερο με τα δικά μου άμα μου πείς, της λέω. Ρουφάω τον καφέ και μου κολλάνε κομματάκια ζάχαρης στα δόντια. Η Μυρτώ παίρνει μια βαθιά ανάσα, φαίνεται να υπολογίζει τι θα πεί, χαμογελάει με κάτι – υπολογισμένο και το χαμόγελο, κινηματογραφικό και ακριβώς τη σωστή στιγμή. Αν την ξέρω καλά, και θα ‘θελα πολύ να την ξέρω όντως καλά, κρατιέται να μη κλάψει. Ο Μιχάλης έχει φρικάρει και είναι στην παραλία, πήγα να του μιλήσω αλλά είναι στη μούγκα, κλαίει νομίζω, θες να βοηθήσεις κάπως; Αφού φαινόσασταν γαμώ τις τελευταίες μέρες λέω και αμέσως μετανιώνω για την ηλίθια παρατήρηση. Και προχτές που… Και προχτές που έγινε αυτό με τους τρείς μας… Εεε, φαινόταν ευτυχισμένος. Με κοιτάει με ένα μείγμα απογοήτευσης και της συμπόνοιας που φυλάει κανείς για τους ηλίθιους. Καλά σου λέω, γάμα το, άστονε, θα του περάσει.

Πίνω άλλη μια γουλιά και σκέφτομαι έχει δίκιο, δεν έχω ιδέα. Μετά σκέφτομαι δεν έπρεπε να έχω έρθει μαζί τους. Μετά πρέπει να κάνω κάτι. Αφήνω το ποτήρι στο τραπέζι με περισσότερη δύναμη απ’ όση υπολόγιζα. Παίρνω κουράγιο απ’ τον ήχο και σηκώνομαι με ανανεωμένη αποφασιστικότητα. Πηγαίνω μέχρι την τζαμόπορτα με σίγουρα βήματα, την ανοίγω και βγαίνω στην παραλία. Στο βάθος βλέπω τη σιλουέττα του Μιχάλη και την κάφτρα απ’ το τσιγάρο του. Τα αποφασιστικά μου βήματα χάνουν τη δύναμη τους όσο προχωράω στην άμμο. Τελικά σκέφτομαι ότι δεν κοιτάζει προς το μέρος μου έτσι κι αλλιώς. Παρατάω την προσποίηση, διανύω τα τελευταία ατσούμπαλα μέτρα και κάθομαι δίπλα του. Γυρίζει προς το μέρος μου. Δεν βλέπω τίποτα αλλά μπορώ να μαντέψω το βλέμμα του, την αποστασιοποιημένη τρυφερότητα που φοράει μπροστά στους πάντες και τα πάντα. Βασικά σχεδόν στα πάντα, συνεχίζω τη σκέψη μου φωναχτά. Έλα; ρωτάει ο Μιχάλης. Προχτές δεν είχες αυτό το ύφος, λέω. Μοιάζει να μη καταλαβαίνει αλλά να το διασκεδάζει παρόλαυτά. Και τι ύφος είχα δηλαδή; Το σκέφτομαι λίγο. Παραίτησης, λέω. Ανακούφισης. Έκστασης. Κάτι τέτοιο. Γελάει βραχνά, απ’το κλάμα, ή απ’ το μανιακό κάπνισμα των τελευταίων ημερών, ή και από τα δύο. Ρε δε την παλεύω, λέει, και δεν ακούγεται σαν κατηγορία παρόλο που το άρρητο “με εσάς” είναι εκκωφαντικό στα αυτιά μου. Θα πάρω το πλοίο αύριο. Πού θα πάς; ρωτάω. Δεν έχει πολλή σημασία, λέει, και ξαναγελάει. Κάπου. Όχι εδώ.

Του ζητάω τσιγάρο, μου δίνει, μου το ανάβει, και για λίγο μένουμε σιωπηλοί. Και η Μυρτώ; ρωτάω. Θα τα βρείτε με τη Μυρτώ, λέει. Αστειεύεσαι; Χωρίς εσένα μου φέρεται λες και είμαι ο βλάκας του χωριού. Σ’ αγαπάει με τον τρόπο της, λέει, και στο καπάκι ξεφυσάει περιφρονητικά και συμπληρώνει, δεν ήξερα ότι μιλάνε οι άνθρωποι έτσι στ’ αλήθεια. Δεν περίμενα ότι θα έλεγα ποτέ τέτοια πράγματα χωρίς ειρωνεία. Δεν ξέρω τι να απαντήσω σε αυτό, οπότε το βουλώνω.

Μένουμε ακίνητοι και αμίλητοι για αρκετή ώρα αφού σβήσαμε τα τσιγάρα μας στην άμμο. Κάποια στιγμή ακούω τους λυγμούς του. Μετράω τις επιλογές μου: να βάλω το χέρι μου καθησυχαστικά στον ώμο του – θα εκπληρώσει κάποιο τελετουργικό συμπεριφοράς αλλά αν τον ξέρω καλά, πράγμα που δεν έχω κανένα λόγο να πιστεύω, δεν θα τον βοηθήσει ιδιαίτερα. Να περιμένω να τελειώσει και να αλλάξω το θέμα – αυτό που κάνω συνήθως, και που με αφήνει με μια πολύ δυσάρεστη αίσθηση ατέλειας. Να σηκωθώ να φύγω και να πάω μέσα – αυτό για το οποίο έχω την περισσότερη διάθεση, αλλά κάτι με σταματάει. Τελικά γέρνω προς το μέρος του και του λέω Μιχάλη; και όταν ανασηκώνει το κεφάλι και με κοιτάει, δακρυσμένος υποθέτω, του δίνω ένα απαλό φιλί στα χείλη. Είναι ξερά. Νομίζω πως χαμογελάει. Δεν υπάρχει κατάσταση απ’ την οποία να μην μπορείς να ξεφύγεις, του λέω, το άκουσα σε μια ταινία αυτό, το σκέφτομαι συχνά. Και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής: σου λέω μαλακίες, ε; Το ξέρω απαντάει αυτός, πρέπει να ξανακλαίει τώρα, το ξέρω, αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν πειράζει, του ψιθυρίζω, δεν πειράζει.

Σηκώνομαι και περπατάω μέχρι το σπίτι. Το περίγραμμα του κτίσματος κόντρα στον μωβ ουρανό έχει κάτι το δυσοίωνο. Τον τελευταίο χρόνο νιώθω – όχι μόνο για μένα, και για τη Μυρτώ και τον Μιχάλη, και για τους υπόλοιπους που δεν ήρθαν – πως είμαστε γατζωμένες πάνω σε ένα τεράστιο, προϊστορικό, παλαιολιθικό πλάσμα, που σέρνεται πληγωμένο μέχρι την άκρη κάποιας χαράδρας. Βρισκόμαστε τόσο καιρό στη ράχη του και γνωριζόμαστε πλέον τόσο καλά που έχουμε φτάσει να συνεννοούμαστε με νοήματα ή μουγκρητά, και αυτά μόνο για λόγους λειτουργικότητας. Ξέρουμε ότι θα πέσει. Υποθέτω αγαπάμε το κτήνος μας περισσότερο απ’ όσο ο ένας την άλλη, αλλιώς θα ξεγατζωνόμασταν και θα το αφήναμε στο χαμό του. Αλλά έχω αυτή την αίσθηση, μια αίσθηση που ανά περιόδους με τρώει για μέρες, βδομάδες, μήνες, και που νομίζω τον μοιράζομαι μαζί τους, ότι καμιά μας δεν παραμένει εκεί πάνω από αγάπη για αυτό το ζεστό, δύσοσμο, ασφαλές τομάρι, αλλά από το φόβο ότι αν κάποιος αφεθεί και πέσει πρώτος, δε θα τον ακολουθήσουν οι υπόλοιποι.

Ξαναμπαίνω στο σπίτι. Η Μυρτώ είναι καρφωμένη ακόμα στην αφίσα. Κοιτάζω τα γυμνά της πόδια, τις φλέβες που πετάνε, αναρωτιέμαι πόσες μέρες συσσωρευόταν αυτή η ένταση, και αν έχει καμιά σημασία ο αριθμός. Όταν με παίρνει χαμπάρι με κοιτάζει ερωτηματικά. Ανασηκώνω τους ώμους μου και πάω στο δωμάτιο μου. Ύστερα από λίγο τη νιώθω να ξαπλώνει δίπλα μου. Είμαστε και δύο μπρούμυτα, και μου κρατάει σφιχτά το χέρι, και ύστερα γυρνάμε στις πλευρές μας. Μας νανουρίζει η μουσική που ακούγεται αχνά από το σαλόνι – η Μυρτώ έβαλε το δίσκο ακόμα μια φορά μετά την τελευταία δικιά μου.

Το πρωί ο Μιχάλης έχει φύγει. Καθόμαστε στο σαλόνι με τη Μυρτώ και περιμένω να με ρωτήσει τι είπαμε χτες. Κοιτάζει τα πόδια της για πολλή ώρα αμίλητη. Τελικά βρίσκει έναν μαρκαδόρο που βρισκόταν πεταμένος κάπου μέσα στο δωμάτιο, παίρνει την παλάμη μου στα χέρια της και γράφει αργά-αργά πάνω στο δέρμα μου ΚΑΙ ΤΩΡΑ;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: