Archive for January, 2013

smaug ii

Posted in Uncategorized on January 16, 2013 by little percussionist derrida

I was not woken by the rooster
Nor by the crow’s tough song
But the midnight cry of a blood red bird
Brought this sleeplessness on

Threw open the window
Moonlight on a black garden of thorns
And the cool wind on my sweat

What cries home
Where cries from
A blood red bird lies in the woods
Weeping into dead leaves
With wing torn and jutting bone

What hand bent it to bust
To be ueseless
What hand I could have done it
With two fingers

A blood red bird
A blood red bird

We can continually sink into each other
Just deep enough to rip out a bit more flesh
When we move away
A scarf of skin trailing out behind

Like an arrow
I was only passing through
A blood red bird
A blood red bird

Paul Celan – Ο νεκρός

Posted in Uncategorized on January 11, 2013 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

PAUL CELAN – Ο ΝΕΚΡΟΣ

Άστρα μαστιγώνουν τη ματιά του:
μήπως αγκάθια σταματούν τα βήματα του

και στο γρασίδι ξαποσταίνει
και τον διαπερνούν οι ανέμοι

εκεί που τα βάτα φυτρώνουν
και η νύχτα κι εκείνος φιλιώνουν;

Οι γρύλλοι στο πλάι περιμένουν –
μα τώρα ούτ’ οι γρύλλοι δε μένουν…

Οι παπαρούνες το αίμα του χύνουν καταγής:
– σκύψε και πιες το και άλλο μην αργείς!

THE DEAD MAN

The stars whipped at his gaze:
have thorns entered his ways

so that he claws at grass,
his heart grasps winds that pass.

where briars pull and rend
and night makes him its friend?

The crickets stand at bay –
Now no more crickets play…

Poppies scrape blood from him:
– kneel now and drink it in!

DER TOTE

Sterne peitschen seinen Blick:
trat ihr Dorn in sein Geschick,

dass er nach den Gräsern greift
und sein Henz an Winden schleift,

wo Gestrüpp ihn jagt und hält
und sich Nacht zu ihm gesellt?

Grillen setzten sich zur Wehr –
Nun sind keine Grillen mehr…

Mohn ritzt Blut aus dem Gesicht:
– knie und trink und säume nicht!

αμφ

Posted in Uncategorized on January 2, 2013 by little percussionist derrida

και το πρωί πάνω εκεί που άρχισε το κρύο να μου μπιμπικιάζει το δέρμα – έξω, γιατί μέσα είχαν κατεβάσει τα ρολλά, ανακουφιστικό να ξεχνάς ότι κάποιοι άλλοι τώρα ξυπνάνε – τον πλησίασα και προσπάθησα να κάνω τρία πράγματα, να συγκρατήσω τα δόντια μου να μην τρίζουν, να μην τον κοιτάξω στα μάτια και να του πω ότι έχει ματώσει η μύτη του.

το σαγόνι μου δεν ήταν δικό μου πλέον, τα λόγια μου διένυσαν το μισό της απόστασης και μετά έπεσαν ανάμεσα μας. τον κοίταξα στα μάτια γιατί σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα δώ και αυτό που θα τσακιζόταν μέσα μου είχε τσακιστεί ήδη, προτού καν το άσπρο τους γίνει κόκκινο. σκούπισα με τα δάχτυλα μου το αίμα.

δεν μπορώ να μιλήσω άλλο χωρίς να αναδύεται κάτι υγρό.