αμφ

και το πρωί πάνω εκεί που άρχισε το κρύο να μου μπιμπικιάζει το δέρμα – έξω, γιατί μέσα είχαν κατεβάσει τα ρολλά, ανακουφιστικό να ξεχνάς ότι κάποιοι άλλοι τώρα ξυπνάνε – τον πλησίασα και προσπάθησα να κάνω τρία πράγματα, να συγκρατήσω τα δόντια μου να μην τρίζουν, να μην τον κοιτάξω στα μάτια και να του πω ότι έχει ματώσει η μύτη του.

το σαγόνι μου δεν ήταν δικό μου πλέον, τα λόγια μου διένυσαν το μισό της απόστασης και μετά έπεσαν ανάμεσα μας. τον κοίταξα στα μάτια γιατί σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα δώ και αυτό που θα τσακιζόταν μέσα μου είχε τσακιστεί ήδη, προτού καν το άσπρο τους γίνει κόκκινο. σκούπισα με τα δάχτυλα μου το αίμα.

δεν μπορώ να μιλήσω άλλο χωρίς να αναδύεται κάτι υγρό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: