Archive for April, 2013

η κυρία με τα φυτά

Posted in Uncategorized on April 9, 2013 by little percussionist derrida

Αν τέλειωναν οι λέξεις
ποιά λέξη θα κρατούσατε;
-Αυτή που δεν θα πω ποτέ.
Υπάρχει ένας ήχος
που σας έμεινε από τότε;
-Μια χαρτοσακούλα να σκίζεται.
Ένα τραγούδι μέσα στη νύχτα;
-Ναι, ναι, νάνι, νανούρισμα.
Μια φωνή;
-Ναι, ναι, άγνωστη.
Άγνωστη;
-Χωρίς γλώσσα, ή σε ξένη γλώσσα.
Ένα αντικείμενο;
-Σπόροι.
Σκόροι;
-Σπόροι.
Δηλαδή;

Περάσαμε το φυλάκιο στα σύνορα της Κυψέλης εύκολα σχετικά, ο φύλακας είχε βρεί έναν παλιό φωνόγραφο και άκουγε κάτι που δεν ξέραμε αλλά σε διαφορετικές συνθήκες ίσως να μας μελαγχολούσε, και επίσης γιατί τότε ακόμα πιο εύκολα σε άφηναν να μπείς στην Κυψέλη παρά να βγείς, δηλαδή δεν έβγαινε κανείς. Φτάσαμε στη Φωκίονος χέρι-χέρι και οι τρείς μας, λίγο περπατούσαμε λίγο χοροπηδούσαμε, ο πεζόδρομος ήταν ξεριζωμένος παντού, κομματιασμένος εκεί που τεμνόταν από γραμμές, δηλαδή έφτιαχνε μικρές νησίδες από πέτρα μέσα στο χώμα και παριστάναμε ότι ήταν νησιά, σαν να υπήρχε ακόμα θάλασσα, είχαμε πιεί/σνιφάρει/ξαναπιεί τα πάντα οπότε θα μπορούσαμε κάλλιστα να είμαστε στη θάλασσα. Και ήταν πολύ σημαντικό να μην αφήσουμε τα χέρια μας γιατί αν έπεφτες στο χώμα καιγόσουν. Φυσικά δεν είδαμε κανέναν στο δρόμο, ούτε στη Φωκίονος ούτε όταν ανηφορίσαμε την Αγίας Ζώνης (Αγίας Αυτόνομης Ζώνης χαχάνισε η Σ), μόνο μια γάτα με τρία πόδια και μισά μουστάκια που έμεινε να μας κοιτάει για λίγο και χάθηκε σε μια αυλή όταν πλησιάσαμε. Πού είναι το σπίτι; ρώτησε ξανά ο Μ. Μείναμε στη μέση του δρόμου να αναρωτιόμαστε, με ανυπομονησία, ανατριχιάζοντας, τα χέρια μας παρέμεναν ενωμένα και άρχιζαν να ιδρώνουν, ξέραμε ότι ούτε η ανάταση ούτε η κάβλα θα κρατούσαν για πολύ και έπρεπε να το βρούμε γρήγορα. Η Σ τελικά θυμήθηκε, είπε ότι θυμήθηκε, και με ένα νέο κύμα ενθουσιασμού μας τράβηξε σε μια διαδρομή που τώρα δεν θα μπορούσα να ανακαλέσω και πηγαίνοντας τραγουδούσε λαχανιασμένη τα παιδιά κάτω στον κάμπο και ο Μ πήγε να με φιλήσει έτσι όπως τρέχαμε, η Σ ήταν στη μέση και εμείς από τη μια και απο την άλλη και φτιάξαμε ένα τρίγωνο για να με πλησιάσει ο Μ και μου άρπαξε τα χείλη και λίγο με φίλησε αλλά περισσότερο μου έγδαρε το κάτω χείλος και είπα από μέσα μου θα είναι μεγάλο κρίμα να μην το βρούμε αυτό το σπίτι τελικά. Στο δρόμο επίσης βγήκε από μια πόρτα μια γριά και θυμηθήκαμε γιατί ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε τα σύνορα της Κυψέλης, βγήκε η γριά και μας κοίταξε και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε το βλέμμα μας στα μάτια της και όχι πιο κάτω, ήταν όμορφα μάτια φαίνονταν όμορφα ακόμα και στο σκοτάδι αλλά πιο κάτω δεν είχε τίποτα, όχι, κοιτάξαμε τελικά, κι αυτό που είχε μας έκανε να αρχίσουμε να τρέχουμε ακόμα πιο γρήγορα, και όταν σταματήσαμε και η Σ είπε εδώ είναι εδώ είναι αφήσαμε τα χέρια μας για λίγο μόνο και μόνο για να ψηλαφήσουμε τα πρόσωπα μας, δηλαδή εγώ το πρόσωπο της Σ και αυτή το πρόσωπο του Μ και αυτός το δικό μου, να βεβαιωθούμε ότι έχουμε ακόμα ζυγωματκά, σαγόνι, γλώσσα, ότι είναι ακόμα ευκίνητα και έτοιμα να προσφέρουν ευχαρίστηση, και ναι, είχαμε γλώσσες, το είπαμε: έχουμε γλώσσες και πλησιάσαμε και τις ενώσαμε στο κέντρο του τριγώνου και δώσαμε ένα φιλί που μας έκανε να ξεχάσουμε τη γριά με τα λαμπερά μάτια για λίγο, για λίγο μόνο, και μόνο τη γριά, για τα υπόλοιπα, για ό,τι υπήρχε στην υπόλοιπη περιοχή και σε άλλες διάσπαρτες στην Αθήνα, στις περιοχές που ‘χάσαμε’ όπως θα λεγαν οι πατεράδες μας, αν ζούσαν, για τα υπόλοιπα σύνορα, τις φήμες για το τι συνέβαινε στα Τουρκοβούνια, ποιός χάθηκε στο Στρέφη, ποιές εξαφανίστηκαν στο Λυκαβηττό, ποιός έχει πλέον ένα χέρι λιγότερο ή ποιά απέκτησε τρίτο στήθος, δεύτερο αφαλό, μια δεύτερη, άχρηστη ακίνητη γλώσσα στον ουρανίσκο της, για να τα ξεχάσουμε όλα αυτά θα χρειαζόταν περισσότερη δουλειά, και γι’ αυτό βρισκόμασταν εκεί άλλωστε. Εδώ είναι είπε η Σ και κοιτάξαμε, ερεθισμένες από το φιλί, το ετοιμόρροπο νεοκλασσικό που είχε γίνει ένα με τα αναρριχώμενα φυτά που το σκέπαζαν, δεν καταλαβαίναμε που τελείωνε ο τοίχος και που άρχιζαν τα φύλλα, τα βρύα, οι λειχήνες, και ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ξαναπιαστήκαμε απ’ τα χέρια και ανεβήκαμε τα σκαλιά και σπρώξαμε την πόρτα που άνοιξε χωρίς αντίσταση και χωρίς να τρίζει παρόλο που φαινόταν έτοιμη να διαλυθεί. Περάσαμε το χωλ, ένα σαλόνι με ένα τεράστιο τραπέζι (το αναρριχώμενο φυτό είχε σπάσει το παράθυρο, είχε συρθεί στο πάτωμα και είχε αγκαλιάσει τα πόδια του τραπεζιού), μια κουζίνα που νομίσαμε ότι είδαμε μια φιγούρα αλλά τελικά ήταν μια παράταιρη, βαριά κουρτίνα στην μπαλκονόπορτα, μια κουρτίνα κρεβατοκάμαρας που για κάποιο λόγο την είχαν βάλει στην κουζίνα, και τελικά φτάσαμε στο υπνοδωμάτιο, όπου το φώς δε λειτουργούσε. Φτάσαμε στα τυφλά μέχρι το κρεβάτι και πέσαμε πάνω του, ήταν μαλακό και υγρό και γεμάτο φύλλα. Η Σ είπε εγώ θα γδύσω εσένα και εσύ τον Μ, έκατσα στα τέσσερα και την άφησα να με ξεντύσει και έγδυσα τον Μ που καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και είχε να βγάλει λέξη εδώ και πολλή ώρα και νομίζω έτρεμε και λίγο. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα στο λαιμό και τον ρώτησα αν είναι καλά και αυτός έκανε έναν ήχο με το λαιμό του που θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε, όμως ανατρίασε με το φιλί μου και αυτό το πήρα σαν θετικό σημάδι οπότε συνέχισα, και βρεθήκαμε γυμνοί και οι τρείς πάνω στο κρεβάτι (η Σ ξεντύθηκε μόνη της). Μετά η Σ ψαχούλεψε στα πράγματα της και βρήκε τη σκόνη και μια σκληρή επιφάνεια, κάποιο βιβλίο μάλλον, και έκανε την σκόνη τρείς ολόιδιες γραμμές και σκύψαμε και τις σνιφάραμε ταυτόχρονα, μια μικρή παράταση, αυτό ήταν, αλλά φυσικά δεν θέλαμε να το σκεφτόμαστε, και κάτσαμε κυκλικά (τριγωνικά;) και αντικρυστά πάνω στο κρεβάτι και αρχίσαμε μέσα στο σκοτάδι να αγγίζουμε τα σώματα γύρω μας, να δούμε τι είχε αλλάξει από την τελευταία φορά. Η δεξιά ρώγα της Σ είχε εξαφανιστεί, στη θέση της ήταν ένας κόμπος σαν αυτόν που έχουμε στον αφαλό. Το ένα κλειδοκόκκαλο του Μ είχε βγάλει μικρές φολίδες και ήταν τραχύ στην αφή και όταν το άγγιζες οι φολίδες έμοιαζαν να μαλακώνουν και να τρέμουν. Τα εξογκώματα της σπονδυλικής μου στήλης μετακινούνταν με το άγγιγμα περισσότερο απ’ το κανονικό, και στα σημεία που συναντούσαν το δέρμα το έσκιζαν λίγο, χωρίς να πονάνε όμως, και απ’ ό,τι μου είπε η Σ το τραύμα μύριζε μέντα. Όσο η Σ εξερευνούσε την πλάτη μου άρχισα να φιλάω το στήθος του Μ, κατέβηκα προς τον αφαλό του, ύστερα πιο κάτω, πήρα τον πούτσο του στο χέρι μου και τον ένιωσα να σκληραίνει, και τότε συνέβη, ένας ήχος σαν σφύριγμα, σαν να περνάει αέρας από χαραμάδα, και έψαξα με τα δάχτυλα μου και είδα κιόλας, νομίζω ότι είδα, μέσα στο μισοσκόταδο, δύο μικρά στόματα δεξιά και αριστερά απ’ τον πούτσο του και έσκυψα και τα φίλησα, πρώτα το ένα, μετά το άλλο, ήταν σαν να φιλάω ένα φυτό, δεν έχω φιλήσει ποτέ μου φυτό αλλά αυτό σκέφτηκα τότε, και ένιωσα τον Μ να τρέμει και άκουσα τα αναφιλητά του, και του ψιθύρισα, δηλαδή στα στόματα ψιθύρισα, δεν πειράζει, δεν πειράζει. Εκείνος ήταν σκυμμένος στον κώλο της Σ και άκουγα τον ήχο που έκανε η γλώσσα του, την Σ να τρέμει κι αυτή και βγάζει μικρούς, διακριτικούς ήχους, πήρα τον Μ στο στόμα μου και άρχισε κι εκείνη να με γλείφει, όλο το δωμάτιο μύριζε μέντα, και μείναμε έτσι για ώρα, γλείφοντας αργά, και όταν ο Μ τέλειωνε τον ένιωσα να κρατάει την αναπνοή του μέσα από τα στόματα και να κλαίει πιο έντονα, και όταν η Σ τέλειωσε μύρισα μέταλο, τη μεταλική μυρωδιά του αίματος, και μυρίζοντας τη τέλειωσα κι εγώ, και ένιωσα τα κόκκαλα μου να μου σκίζουν την πλάτη, και κάτι έσταξε, και η Σ έφυγε από ανάμεσα απ’ τα πόδια μου και άρχισε να μου γλείφει την πλάτη, πεινασμένη, και ύστερα μείναμε έτσι κουλουριασμένες, το στόμα μου στο μηρό του Μ, το κεφάλι του Μ πάνω στα πέλματα της Σ και η Σ ακουμπισμένη στην πλάτη μου, και οι μυρωδιές έφυγαν σιγά σιγά. Καθώς μας έπαιρνε ο ύπνος άκουσα τα φυτά να μετακινούνται, τις ρίζες να αγκαλιάζουν πιο σφιχτά το σπίτι και τα σώματα μας και να μας δένουν στο κρεβάτι, άκουσα την Κυψέλη να χάνεται κάτω από φύλλα, τα φυλάκια να πέφτουν, τη μουσική από το ένα υπόγειο που είχε απομείνει στα Πετράλωνα να δυναμώνει και μετά να χάνεται απότομα, άκουσα τον εξαφανισμένο μου φίλο να φτάνει σε αυτό που κάποτε ήταν εκκλησία στο Λυκαβηττό και να ξεφυσάει ανακουφισμένος, άκουσα τη μητέρα της Σ να αφήνει επιτέλους την τελευταία της ανάσα από όλα της τα στόματα και να κοιμάται μια και καλή, άκουσα την αδερφή του Μ να κλαίει μπροστά στον καθρέφτη, ελεύθερη πλέον να κοιταχτεί χωρίς να ντρέπεται, άκουσα αυτό που είχε απομείνει από την Αθήνα να παίρνει μια μεγάλη βαθιά ανάσα και μετά να εξαφανίζεται σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Ξυπνήσαμε αγκαλιά, σηκωθήκαμε με όλα μας τα μέλη μουδιασμένα και πήγαμε στην κουζίνα. Είχε τέσσερεις θέσεις, και η μια ήταν πιασμένη. Κάτσαμε στις υπόλοιπες καρέκλες και κοιτούσαμε τη γυναίκα που καθόταν στην τέταρτη. Δεν φάνηκε να μας βλέπει. Ο Μ κοίταξε εμένα, εγώ τη Σ, ο Μ τη Σ και η Σ τη γυναίκα. Τελικά η Σ ρώτησε Μένετε εδώ; Γύρισα προς τη γυναίκα για να δω την απάντηση της και τότε μόνο την παρατήρησα. Το δέρμα της είχε πρασινίσει και σε σημεία άνθιζαν μωβ κηλίδες. Τα νύχια της φαίνονταν μαλακά. Το πρόσωπο της φαινόταν να μην ανταποκρίνεται σε οτιδήποτε βρισκόταν κάτω από το δέρμα. Τα μάτια της δεν είχαν βλέμμα, αλλά δεν έμοιαζε τυφλή. Απλώς δεν κοίταζε εμάς, προς τα εμάς, προς το δωμάτιο, προς οτιδήποτε βρισκόταν γύρω της. Το βλέμμα μου επέστρεψε στο χέρι της, που άρχισε να κινείται, να σέρνεται πάνω στο τραπέζι. Φαινόταν να καταβάλει τεράστιο κόπο. Το χέρι της πλησίαζε το χέρι της Σ, η οποία είτε από συμπόνοια, είτε από περιέργεια, έπιασε το χέρι της γυναίκας και το έσφιξε στην παλάμη της. Αμέσως το τράβηξε και πετάχτηκε από την καρέκλα. Αργότερα μας είπε ότι ήταν σαν να μην έχει κόκκαλα. Ότι λύγισε κάτω από το βάρος του δικού της χεριού σαν να ήταν ένα πολύ μαλακό κλαδί. Αυτό μας το είπε αργότερα γιατί εκείνη τη στιγμή, μόλις η Σ της άφησε το χέρι και σηκώθηκε από το τραπέζι και μας κοίταξε με ένα βλέμμα που μου θύμισε παιδί που το χτύπησαν χωρίς να ξέρει γιατί, η γυναίκα διαλύθηκε. Με έναν ήχο που έμοιαζε με χαρτοσακούλα που σκίζεται, η γυναίκα διαλύθηκε μέσα σε ένα πράσινο σύννεφο, και εμείς κλείσαμε τα μάτια και εισπνεύσαμε βαθιά. Μείναμε για λίγο ακίνητες μέχρι να διαλυθεί το σύννεφο. Ο Μ, φαινομενικά πιο ήρεμος από μένα και την Σ, σηκώθηκε και κοίταξε την καρέκλα, εκεί που πριν λίγο καθόταν η γυναίκα. Πλέον είχε μείνει μόνο ένας υγρός λεκές στο μαξιλαράκι.

Αν σας είχαν τελειώσει οι λέξεις
ποιά λέξη θα κρατούσατε;
-Αυτή που δε θα πω ποτέ.
Ξαναείδατε τον Μ και την Σ;
-Όχι.
Γιατί;
-Δεν άντεχα.
Γιατί;
-Δεν ήξερα αν θα αναγνώριζα τα σώματα τους.
Υπάρχει ένας ήχος που σας έμεινε από τότε;
-Στόματα που αναπνέουν. Στόματα που κρατάνε την ανάσα.
Γιατί μιλάτε σε εμένα;
-Γιατί κάποτε γνωριζόμασταν, κι ας παριστάνεις το αντίθετο.
Μόνο γι’ αυτό;
-Γιατί θυμάσαι τα πάντα.
Και;
-Γιατί θέλω να θυμάσαι και εμάς.
Μόνο εσάς;
-Θέλω να μην ξεχάσεις εμάς και την κυρία με τα φυτά.
Θέλω να μας θυμάσαι και να μην ξεχάσεις την κυρία με τα φυτά.
Μια φωνή;
-Ένας λαιμός που τρίζει.
Ένα αντικείμενο;
-Σπόρια που χώνονται στον οισοφάγο σου, και μετά αλλάζεις.
Ένα τραγούδι μέσα στη νύχτα;
-Ναι, ναι, νάνι, νανούρισμα.

a dream of water

Posted in Uncategorized on April 4, 2013 by little percussionist derrida

πες μου ξανά
ποιός θυμάται πλέον εκείνη την πόλη;
τα παιδιά μας άφησαν
να τριγυρνάμε κάτω από κτίρια που πέφτουν
κάθε μέρα
λίγο-λίγο
ποιός θυμάται πλέον εκείνα τα παιδιά;
ξανά
τι;
έναν χορό πάνω σε ξύλινο πάτωμα
έναν χορό σαν σούρσιμο
τέσσερα σώματα μπλεγμένα σε ένα κρεβάτι
ένα φωτιστικό που αναβόσβηνε νευρικά στο σαλόνι
ένα μπαλκόνι που κόντεψε να πέσει πάνω τους αλλά γλίτωσαν
μας άφησαν
να πετάμε κονσερβοκούτια στη θάλασσα
στη σιδερένια θάλασσα
και να περιμένουμε να τα επιστρέψει το κύμα στα πόδια μας
και εκεί στην παραλία
υπήρχε μια φωτιά και διάφορες φιγούρες
όπως κι εμείς χωρίς μάτια
και εκεί κάθε βράδυ
λέμε ό,τι θυμόμαστε από εκείνα τα παιδιά
που μας άφησαν σε αυτή την πόλη που βουλιάζει και δεν
κοίταξαν ποτέ πίσω