Archive for May, 2013

John Felstiner – Ο Πάουλ Τσέλαν συναντά τον Σάμιουελ Μπέκετ

Posted in Uncategorized on May 30, 2013 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Δεν τον συναντά.

Ζώντας μόνος (με αγιάτρευτα τραύματα), το Μάρτιο του 1970, στην Οδό Εμίλ Ζολά, απέναντι από τη γέφυρα Μιραμπώ, μακριά από τη γυναίκα του Γκιζέλ και το γιό του Έρικ, αυτός που “το στόμα του τραύλιζε την αλήθεια,” ο επιζών από “τα χίλια σκοτάδια της θανατηφόρας ομιλίας,” επέστρεψε πρόσφατα από μια δεκαπενθήμερη επίσκεψη στο Ισραήλ, την πρώτη του, ενθουσιασμένος και έτοιμος να μετακομίσει εκεί, αλλά φοβούμενος μήπως χάσει για άλλη μια φορά τη μητρική του γλώσσα, τα γερμανικά, τη γλώσσα της αγαπημένης του μητέρας, τη γλώσσα που άρπαξαν, λες μέσα σε μια νύχτα, οι άνθρωποι που τη δολοφόνησαν. Ο Φρανς Βουρμ, ένας ποιητής φίλος του στο Παρίσι, τον προσκαλεί ένα απόγευμα να συναντηθούν και να γνωρίσει τον Μπέκετ, αλλά ο Τσέλαν λέει Όχι – δεν θα ήταν πρέπον να έρθει απροειδοποίητα την τελευταία στιγμή. Αργότερα εκείνο το βράδυ, λαμβάνοντας τους χαιρετισμούς του Μπέκετ, λέει: Αυτός ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος εδώ που θα με καταλάβαινε.

Δεν υπήρχε όμως ήδη μια κατανόηση, δεν συναντιόντουσαν ήδη όλα αυτά τα χρόνια στο Παρίσι; – ο γηραιότερος, ένας Ιρλανδός που λίγο-πολύ αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και στα γαλλικά, και ο νεώτερος, ορφανός, δίχως πατρίδα, που είχε φτάσει στο Παρίσι αλλά μαχόταν με τα Γερμανικά: ο Μπέκετ σφυροκοπώντας τη σιωπή με “αυτή τη σκόνη των λέξεων,” ο Τσέλαν με τις “λαχανιασμένες λέξεις,” με “μαχαίρια κοφτερά σαν προσευχές / της / σιωπής μου”. Κατά την πρώτη βδομάδα του Περιμένοντας τον Γκοντό, το 1953, όπου ο Ντιντί κι ο Γκογκό “φλυαρούν ακατάπαυστα για τίποτα συγκεκριμένο”, ο Τσέλαν έγραψε το ποίημα “Οι Τρυγητές”, όπου “σκυμμένος προς την τυφλότητα και κουτσός”, ένας “βραδύγλωσσος” διψάει για κρασί, ένας “καμπούρης απευθύνεται / στη σιωπή των απαντήσεων.”

Εκείνο τον καιρό περίπου, στο λύκειο École Normale Supérieure (όπου ο Μπέκετ είχε διδάξει αγγλικά πριν κάποια χρόνια) ο Τσέλαν διάλεξε για τους μαθητές του ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπέκετ L’ Innomable (Ο Ακατανόμαστος) για να το μεταφράσουν στα Γερμανικά: “Κι όμως φοβάμαι, φοβάμαι τι θα κάνουν οι λέξεις μου σ’ εμένα, στο καταφύγιο μου, για άλλη μια φορά… Αν μπορούσα να μιλήσω αλλά να μη λέω τίποτα, στ’ αλήθεια τίποτα; Ίσως τότε να απέφευγα να με κατασπαράξουν.”

Σε πολλά από τα χιλιάδες βιβλία της ιδιωτικής βιβλιοθήκης του Τσέλαν ανακαλύπτει κανείς κοφτές παρατηρήσεις στο περιθώριο, υπογραμμισμές προτάσεις και παραγράφους, θαυμαστικά. Ωστόσο οι τόμοι του Μπέκετ είναι δίχως σημειώσεις. Γιατί; Ήταν τόσο βαθιά η επίδραση του συγγραφέα του Τέλους του Παιχνιδιού, της Τελευταίας Κασέτας του Κραππ, των Κειμένων για το Τίποτα, που ο Τσέλαν δεν μπορούσε να αποστασιοποιηθεί;

Το 1961, μαθαίνοντας ότι ο γερμανός εκδότης του ίσως συναντήσει τον Μπέκετ στο Closerie des Lilas, ο Τσέλαν πηγαίνει στο καφέ και ο ίδιος – χωρίς αποτέλεσμα. Τα χρόνια περνούν: τα φορτισμένα ποίηματα του Τσέλαν οδηγούν τον Αντόρνο να χαρακτηρίσει εκείνον και τον Μπέκετ ως τους μοναδικούς αυθεντικούς ευρωπαίους συγγραφείς “μετά το Άουσβιτς.” Στο μεταξύ, η αρρώστια του επιδεινώνεται τρομερά.

Man hat mich zerheilt, “Με έκαναν κομμάτια για να με γιατρέψουν” γράφει ο Τσέλαν σε έναν ισραηλινό φίλο του, αναφερόμενος στις “απλοϊκές” προσπάθειες των γιατρών να επιδιορθώσουν μια ψυχική “ζημιά που φτάνει μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξης μου.” Οι τελευταίες του εβδομάδες, στο τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης του 1970, ταλαντεύονται μεταξύ απελπισίας και αποφασιστικότητας.

“Ήρθα σε εσάς, στο Ισραήλ, γιατί το είχα ανάγκη,” λέει ο Τσέλαν σε μια ομάδα συγγραφέων εκεί. Όσο αυτός βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, ο Μπέκετ κερδίζει το βραβείο Νόμπελ. Επιστρέφοντας σε “αυτή την ψυχρή πόλη, το Παρίσι” λέει σε έναν φίλο του “Με έχει περικυκλώσει η σιωπή.” Ταξιδεύει στη Στουτγάρδη για να συμμετάσχει σε ένα συμπόσιο στη μνήμη του Χέλντερλιν. Οι Γερμανοί ακροατές απορρίπτουν τους ελλειπτικούς, κρυπτικούς του στίχους – οι στίχοι ενός ποιήματος του είναι ταιριαστοί: “Κι όμως δεν μπορέσαμε / να σκοτεινιάσουμε προς τα σένα.” Κατά τη διάρκεια ενός σύντομου σεμιναρίου στο Φράιμπουργκ, κάνει παρατήρηση στον Χάιντεγκερ για έλλειψη προσοχής. Αργότερα: “Ο Τσέλαν είναι αθεράπευτα άρρωστος” λέει ο φιλόσοφος που κάποτε είχε υποστηρίξει ότι “το Είναι μιλάει γερμανικά.”

Stehend!, γράφει η μονολεκτική καρτ-ποστάλ που στέλνει στην Γκιζέλ ο γερμανός εξόριστος: “Κρατάω γερά,” “Στέκομαι στα πόδια μου.” Το τελευταίο ποίημα του Τσέλαν προς τη σύζυγο του έχει τόνο μεσσιανικό:

Θα υπάρξει κάτι, σύντομα,
που γεμίζει από σένα
και υψώνεται
προς ένα στόμα

Μέσα από μια φρενίτιδα
στρωμένη με θρύψαλα
σηκώνομαι
και κοιτάζω το χέρι μου,
πώς σχεδιάζει τον ένα
και μοναδικό
κύκλο

Τέλη Μαρτίου του 1970: ο Τσέλαν αρνείται να συναντηθεί με τον Μπέκετ. Στο σχολείο βάζει τους μαθητές να μεταφράσουν την ιστορία του Κάφκα “Ο κυνηγός Γράκχος”: “Κανείς δεν θα διαβάσει αυτά μου τα λόγια, κανείς δεν θα έρθει να με βοηθήσει… Το πλοίο μου είναι ακυβέρνητο, οδηγείται από τον άνεμο που φυσάει μέχρι τις έσχατες περιοχές του θανάτου.” Στις 12 Απριλίου γράφει ξανά στο Ισραήλ, παραθέτοντας από το ημερολόγιο του Κάφκα: “Ευτυχία όμως μονάχα αν μπορέσω να υψώσω τον κόσμο προς το Αγνό, το Αληθινό, το Αμετάβλητο.”

13 Απριλίου: Αυτό που τελικά θα είναι το τελευταίο του ποίημα στρέφεται προς εκείνες τις λέξεις που πάντοτε ο Τσέλαν κρατούσε κοντά του: “σκάψε… σκοτάδι… ώρα… βαθιά… ανοίγει… πέτρα… μάτι… εσύ… διαβάζεις,” και τελειώνει με γαλήνια προσμονή:

οι Ανοιχτοί φέρουν
την πέτρα πίσω από το μάτι
θα σε γνωρίσει
am Sabbath,

“το Σάμπαθ” – ή, ίσως, “το ερχόμενο Σάμπαθ.”

16 Απριλίου: Λέει στον δεκατετράχρονο γιό του Έρικ ότι, τελικά, δεν θα μπορέσουν να πάνε την επόμενη μέρα στην παράσταση του Γκοντό, όπως είχαν σχεδιάσει. Αργότερα, βρέθηκαν δύο εισιτήρια στο πορτοφόλι του.

19 Απριλίου: Διαβάζοντας μια βιογραφία του Χέλντερλιν, ο Τσέλαν υπογραμμίζει αυτά τα λόγια που αναφέρονται στον σπουδαίο, τρελό πρόγονο του: “Είναι φορές που αυτή η ιδιοφυΐα σκοτεινιάζει και βυθίζεται στο πικρό πηγάδι της καρδιάς του.” Παρόλα αυτά (όπως παρατήρησα όταν βρήκα το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του) δεν υπογράμμισε την υπόλοιπη πρόταση: “όμως, κατά κύριο λόγο, το αποκαλυπτικό του αστέρι λάμπει θαυμαστά.”

19-20 Απριλίου: Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, ο Τσέλαν περπατά από την Οδό Εμίλ Ζολά στην αγαπημένη του Απολινέρ γέφυρα Μιραμπώ και πνίγεται στον Σηκουάνα, αν και ήταν δεινός κολυμβητής από τα νιάτα του. Η 20η Απρίλη, παραμονή του Πεσάχ, γιορτής της ελευθερίας, είναι επίσης τα γενέθλια του Χίτλερ.

1η Μαΐου: Δέκα χιλιόμετρα μακρύτερα, ένας ψαράς ανακαλύπτει το σώμα του τσέλαν σταματημένο σε ένα σημείο του πτοαμού. Ο Έλμαρ Τόπχοφεν, επί σειρά ετών μεταφραστής του Μπέκετ στα γερμανικά, διαδέχεται τον Τσέλαν στη θέση του καθηγητή γερμανικών στο École Normale Supérieure.

Celan me dépasse, θα εξομολογηθεί αργότερα ο Σάμιουελ Μπέκετ σε ένα φίλο του, “Ο Τσέλαν με αφήνει πίσω του.” Αλλά είναι αυτό δυνατό; Τον Μπέκετ, τον οποίο, όπου κι αν πας στο μυαλό μας, τον συναντάς να επιστρέφει; Η τριλογία του Μπέκετ ξεκινάει με τον θάνατο μιας μητέρας και τελειώνει με τα τελευταία λόγια του Ακατανόμαστου: “Μέσα στη σιωπή δε ξέρεις, πρέπει να συνεχίσω, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.”

Έξι χρόνια πριν την αυτοκτονία του δια πνιγμού, ο Πάουλ Τσέλαν είχε γράψει αυτό το ποίημα:

Πού;

Τη νύχτα στον πέτρινο όγκο που γκρεμίζεται.

Στα πετραδάκια και τα χαλίκια της αναταραχής,
στον πιο αργό σάλο,
ο λάκκος της σοφίας που ονομάζεται Ποτέ.

Υδάτινες βελόνες
μπαλώνουν τη σκισμένη
σκιά – εκείνη πολεμάει να ξεφύγει
βαθύτερα
ελεύθερη.

Εφόσον η “σκιά” είναι γένους αρσενικού στα γερμανικά, ίσως αυτές οι τελευταίες γραμμές να διαβάζονται “εκείνος πολεμάει να ξεφύγει / βαθύτερα / ελεύθερος.”

Samuel Beckett – Αποτυχίες (7)

Posted in Uncategorized on May 21, 2013 by little percussionist derrida

Γη παλιά, όχι άλλα ψέμματα, σε είδα, εγώ ήμουν, με τα μάτια μου του άλλου τα αρπακτικά, πολύ αργά. Θα βρεθείς πάνω μου, εσύ θα είσαι, θα είμαι εγώ, θα είμαστε εμείς, ποτέ μας δεν ήμασταν εμείς. Δεν θ’ αργήσει, ίσως όχι αύριο, ούτε μεθαύριο, αλλά πολύ αργά. Δεν θ’ αργήσει, πώς σε κοιτάζω, και τι απάρνηση, πώς με απαρνείσαι, εσύ που τόσο σε έχουν απαρνηθεί. Είναι ο χρόνος των μηλολόνθων, τον επόμενο χρόνο δεν θα ‘χει μείνει καμιά, ούτε τον μεθεπόμενο, χόρτασε όσο προλαβαίνεις. Γυρίζω σπίτι μέσα στη νύχτα, αυτές πετούν μακριά, υψώνονται από τη μικρή μου βελανιδιά και φεύγουν, χορτασμένες, ζουζουνίζοντας, μέσα στις σκιές. Υψώνω το χέρι μου, γραπώνω το κλαδί, σκαρφαλώνω και μπαίνω μέσα. Τρία χρόνια στη γη, αυτές που γλιτώνουν από τους τυφλοπόντικες, και μετά γκλουπ γκλουπ, για δέκα μέρες, δεκαπέντε μέρες, και πάντοτε η φυγή τους όταν πέσει η νύχτα. Προς τον ποταμό, ίσως, κατευθύνονται προς τον ποταμό. Ανοίγω το φώς, ύστερα το σβήνω, ντροπιασμένος, στέκομαι και κοιτάζω έξω από το παράθυρο, από τα παράθυρα, πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο, στηριζόμενος στα έπιπλα. Για μια στιγμή βλέπω τον ουρανό, τους διαφορετικούς ουρανούς, που ύστερα μετατρέπονται σε πρόσωπα, αγωνίες, αγάπες, στις διαφορετικές αγάπες, επίσης σε ευτυχία, ναι, υπήρξε και αυτή, δυστυχισμένη. Στιγμές ζωών, της δικιάς μου επίσης, μεταξύ άλλων, δεν το αρνούμαι αυτό, τώρα που όλα έχουν πια τελειώσει. Ευτυχία, τι ευτυχία, αλλά και τι θάνατοι, τι αγάπες, τότε ήξερα, ήταν ήδη πολύ αργά. Αχ, να αγαπάς στα τελευταία σου και να τα βλέπεις στα τελευταία τους, τα αγαπημένα πρόσωπα του τελευταίου λεπτού, και να είσαι ευτυχισμένος, γιατί είπα αχ, δεν χρειαζόταν. Όχι αλλά τώρα, τώρα, απλώς στάσου ακίνητος, μπροστά στο παράθυρο, το ένα χέρι στον τοίχο, το άλλο γραπωμένο απ’ το πουκάμισο σου, και δες τον ουρανό, μια αργή ματιά, αλλά όχι, δύσπνοια και σπασμοί, μια θάλασσα παιδική, άλλοι ουρανοί, ένα άλλο σώμα.

Samuel Beckett – Αποτυχίες (4)

Posted in Uncategorized on May 21, 2013 by little percussionist derrida

Τα παράτησα πριν τη γέννηση, δεν θα ήταν δυνατόν αλλιώς, αλλά έπρεπε να υπάρξει μια γέννηση, αυτός ήταν, εγώ ήμουν μέσα, έτσι το βλέπω, αυτός ήταν που έκλαιγε, αυτός που είδε το φώς, εγώ δεν έκλαψα, εγώ δεν είδα το φώς, είναι αδύνατο να έχω φωνή, αδύνατο να έχω σκέψεις, κι όμως μιλάω και σκέφτομαι, πράττω το αδύνατο, δεν θα ήταν δυνατόν αλλιώς, αυτός ήταν που είχε ζωή, εγώ δεν είχα ζωή, μια ζωή ανάξια να βιωθεί, εξαιτίας μου, θα οδηγήθεί στο θάνατο, εξαιτίας μου, εγώ θα διηγηθώ την ιστορία, την ιστορία του θανάτου του, το τέλος της ζωής και του θανάτου του, ο θάνατος του μόνο δεν θα ήταν αρκετός, δεν θα ήταν αρκετός για μένα, οι ρόγχοι, αν υπάρξουν, θα είναι οι δικοί του ρόγχοι, αυτός είναι που θα πεθάνει, εγώ δεν θα πεθάνω, ίσως τον θάψουν, αν τον βρούν, εγώ θα είμαι μέσα, αυτός θα σαπίσει, εγώ δεν θα σαπίσω, δεν θα έχει μείνει τίποτα απ’ αυτόν πέρα από στάχτη, εγώ θα είμαι μέσα, δεν θα ήταν δυνατόν αλλιώς, έτσι τα βλέπω τα πράγματα, το τέλος της ζωής και του θανάτου του, πώς θα φτάσει ως εκεί, πώς θα φτάσει στο τέλος, είναι αδύνατον θα έπρεπε να το ξέρω, θα το μάθω, βήμα-βήμα, αδύνατο να το διηγηθώ, θα το διηγηθώ, στο παρόν, δεν θα μιλάνε πλέον για μένα, μόνο γι’ αυτόν, στο τέλος της ζωής και του θανάτου του, της ταφής του αν τον ανακαλύψουν, αυτό θα είναι το τέλος, δεν θ’ αρχίσω να λέω για σκουλήκια, για κόκκαλα και σκόνη, κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτά, εκτός κι αν αρχίσω να βαριέμαι μέσα στη σκόνη του, αυτό θα με εξέπληττε, άκαμπτος όπως ήμουν και μέσα στη σάρκα του, εδώ ατέλειωτη σιωπή, ίσως πνιγεί, πάντοτε ήθελε να πνιγεί, δεν ήθελε να τον ανακαλύψουν, πλέον δεν μπορεί να επιθυμεί, αλλά συνήθιζε να θέλει να πνιγεί, δεν συνήθιζε να θέλει να τον ανακαλύψουν, βαθύ νερό και μυλόπετρα, ορμή ξοδεμένη σαν όλες τις άλλες, όμως γιατί μια μέρα στα αριστερά, προς τα αριστερά και όχι προς άλλη κατεύθυνση, εδώ ατέλειωτη σιωπή, δεν θα υπάρχει πλέον άλλο εγώ, δεν θα ξαναπεί εγώ πια, δεν θα ξαναπεί τίποτα πια, δεν θα ξαναμιλήσει σε κανέναν, κανένας δεν θα του απευθυνθεί, δεν θα μιλήσει στον εαυτό του, δεν θα ξανασκεφτεί, θα συνεχίσει, θα είμαι μέσα, θα φτάσει σε ένα μέρος και θα σωριαστεί, γιατί εκεί και όχι αλλού, πέσε και κοιμήσου, κακός ύπνος εξαιτίας μου, θα σηκωθεί και θα συνεχίσει, κουτσαίνοντας εξαιτίας μου, δεν μπορεί να μείνει ακίνητος πλέον, εξαιτίας μου, δεν μπορεί να συνεχίσει πλέον, εξαιτίας μου, δεν έχει μείνει τίποτα μέσα στο κεφάλι του, θα το ταΐσω ό,τι χρειάζεται.

Samuel Beckett – Όχι Εγώ

Posted in Uncategorized on May 17, 2013 by little percussionist derrida

Σημείωση:

Κίνηση: συνίσταται στο να σηκώνονται τα χέρια απ΄τα πλευρά και μετά να πέφτουν, ως χειρονομία παραιτημένης συμπόνιας. Γίνεται όλο και πιο αδιόρατη με κάθε επανάληψη μέχρι που μόλις παρατηρείται την τρίτη φορά. Η παύση διαρκεί για αυτό το μικρό διάστημα που το ΣΤΟΜΑ ανακάμπτει από την άγρια άρνηση του να αποβάλλει το τρίτο πρόσωπο.

Σκηνή σκοτεινή εκτός από το στόμα, στα δεξιά του κοινού, περίπου δυόμιση μέτρα πάνω απ’ τη σκηνή, ελαφρά φωτισμένο, το υπόλοιπο πρόσωπο στις σκιές. Αόρατο μικρόφωνο.

ΑΚΡΟΑΤΗΣ, στην άκρη της σκηνής στα αριστερά του κοινού, ψηλή φιγούρα που στέκεται όρθια, απροσδιόριστου φύλου, τυλιγμένη από πάνω ως κάτω σε μαύρο ύφασμα, φοράει κουκούλα, στέκεται σε μια αόρατη εξέδρα περίπου ενάμιση μέτρο ψηλή. Η φιγούρα μοιάζει στραμμένη διαγώνια προς το ΣΤΟΜΑ, εντελώς ακίνητη εκτός από τέσσερις σύντομες κινήσεις όπου αναγράφεται. Βλ. Σημείωση.
Όταν χαμηλώνουν τα φώτα της αίθουσας η φωνή του ΣΤΟΜΑΤΟΣ μόλις που ακούγεται πίσω από την αυλαία. Τα φώτα της αίθουσας σβήνουν. Η φωνή συνεχίζει ακατάληπτη για 10 δευτερόλεπτα. Η αυλαία σηκώνεται, η φωνή ως τότε διαβάζει σιγανά και μόλις η αυλαία σηκωθεί εντελώς η φωνή φτάνει στην κανονική της ένταση και ξεκινάει από:

ΣΤΟΜΑ: . . . έξω . . . σ’ αυτό τον κόσμο . . . αυτό τον κόσμο . . . μικρούτσικο πραγματάκι . . . πριν την ώρα του . . . σ’ ένα καταραμ- . . . τι; . . . κορίτσι; . . . ναι . . . μικρό κοριτσάκι . . . σ’ αυτήν . . . μέσα σ’ αυτήν . . . πριν την ώρα της . . . την καταραμένη τρύπα που λέγεται . . . λέγεται . . . δε βαριέσαι . . . γονείς άγνωστοι . . . ανήκουστοι . . . αυτός εξαφανισμένος . . . έγινε καπνός . . . καλά-καλά ούτε το παντελόνι του δε κούμπωσε . . . κι αυτή το ίδιο . . . μετά από οχτώ μήνες . . . με ωρολογιακή ακρίβεια . . . άρα χωρίς αγάπη . . . αυτό το γλίτωσα . . . χωρίς την αγάπη που δίνουν συνήθως στο . . . άφωνο βρέφος . . . στο σπίτι . . . όχι . . . ούτε εδώ που τα λέμε κανενός είδους . . . κανενός είδους αγάπη . . . σε κάθε επόμενο στάδιο . . . άρα τυπική σχέση . . . τίποτα αξιοσημείωτο μέχρι τα εξήντα όταν- . . . τι; . . . εβδομήντα; . . . Θεέ μου! . . . φτάνει στα εβδομήντα . . . περιπλανιέται σε ένα χωράφι . . . ψάχνει ανέμελα για πασχαλίτσες . . . φτιάχνει μια μπάλα . . . λίγα βήματα μετά σταματάει . . . κοιτάει στο κενό . . . και μετά παρακάτω . . . λίγα περισσότερα . . . σταματάει και ξανακοιτάει . . . και ούτω καθεξής . . . περιπλανιέται . . . όταν ξαφνικά . . . σιγά-σιγά . . . τα πάντα έσβησαν . . . εκείνο το απριλιάτικο φώς . . . και αυτή βρέθηκε στο- . . . τι; . . . ποιά; . . . όχι! . . . αυτή! . . . [Παύση και κίνηση νο. 1] . . . βρέθηκε στο σκοτάδι . . . κι αν όχι ακριβώς . . . αναίσθητη . . . αναίσθητη . . . γιατί άκουγε ακόμα το βουητό . . . το επονομαζόμενο . . . στα αυτιά . . . και μια αχτίδα φωτός ήρθε κι έφυγε . . . ήρθε κι έφυγε . . . σαν φεγγαρόφως . . . περιπλανώμενη . . . μέσα κι έξω απ’ το σύννεφο . . . αλλά τόσο αδύναμη . . . νιώθει . . . νιώθει τόσο αδύναμη . . . δεν ήξερε . . . σε τι θέση βρισκόταν . . . φαντάσου! . . . σε τι θέση βρισκόταν . . . όρθια . . . καθιστή . . . αλλά το μυαλό – . . . τι; . . . γονατιστό; . . . ναι . . . είτε στέκεται . . . είτε κάθεται . . . είτε γονατίζει . . . αλλά το μυαλό- . . . τι; . . . ψεύδεται; . . . ναι . . . είτε στέκεται . . . είτε κάθεται . . . είτε γονατίζει . . . είτε ψεύδεται . . . αλλά το μυαλό ακόμα . . . ακόμα . . . κατά κάποιο τρόπο . . . γιατί η πρώτη της σκέψη ήταν . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . έτσι όπως τη μεγάλωσαν να πιστεύει . . . με τα άλλα έρμαια . . . σε ένα σπλαχνικό . . . [Κοφτό γέλιο.] . . . Θεό . . . [Δυνατό γέλιο.] . . . και η πρώτη της σκέψη ήταν . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . τιμωρούνταν . . . για τις αμαρτίες της . . . μερικές από τις οποίες . . . λες και χρειάζονταν κι άλλες αποδείξεις . . . πέρασαν απ’ το μυαλό της . . . η μια μετά την άλλη . . . και μετά σαν ανόητες τις παράτησε . . . αχ πολύ μετά . . . την παράτησε αυτή τη σκέψη . . . καθώς συνειδητοποίησε ξαφνικά . . . συνειδητοποίησε σταδιακά . . . ότι δεν υπέφερε . . . φαντάσου . . . δεν υπέφερε! . . . πράγματι δεν μπορούσε να θυμηθεί . . . στα γρήγορα . . . πότε υπέφερε λιγότερο . . . εκτός κι αν βέβαια . . . ήταν γραφτό της να υποφέρει . . . χά! . . . να θεωρείται ότι υποφέρει . . . σαν εκείνες τις σπάνιες φορές . . . στη ζωή της . . . που ξεκάθαρα θα ‘πρεπε να νιώθει απόλαυση . . . στην πραγματικότητα . . . δεν ένιωθε καμιά . . . ούτε την παραμικρή . . . οπότε βεβαίως . . . αυτή η ιδέα της τιμωρίας . . . για τη μια ή την άλλη αμαρτία . . . ή για όλες μαζί . . . ή και για κανένα λόγο . . . τιμωρία για την τιμωρία . . . κάτι που κατανοούσε στο έπακρο . . . αυτή την αίσθηση τιμωρίας . . . την οποία είχε συλλάβει αρχικά . . . έτσι όπως τη μεγάλωσαν να πιστεύει . . . μαζί με τα άλλα έρμαια . . . σε έναν φιλεύσπλαχνο [Κοφτό γέλιο.] . . . Θεό . . . [Δυνατό γέλιο.] . . . συνέλαβε την ιδέα αρχικά . . . μετά την παράτησε . . . ως ανόητη . . . ίσως δεν ήταν τόσο ανόητη . . . στο κάτω-κάτω. . . . και ούτω καθεξής . . . όλες αυτές . . . οι μάταιες εκλογικεύσεις . . . μέχρι που μια άλλη σκέψη . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . ανόητο στ’ αλήθεια αλλά- . . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . όλη την ώρα το βουητό . . . το επονομαζόμενο . . . μέσ’ στα αυτιά . . . αν και βέβαια στην πραγματικότητα . . . καθόλου μεσ’ στα αυτιά . . . στο κρανίο . . . μια σιγανή βοή στο κρανίο . . . και όλη εκείνη την ώρα αυτή η αχτίδα ή ακτίνα . . . σαν φεγγαραχτίδα . . . αλλά μάλλον όχι . . . σίγουρα όχι . . . συνέχεια στο ίδιο σημείο . . . τώρα λαμπερή . . . τώρα σκοτεινιασμένη . . . αλλά συνέχεια στο ίδιο σημείο . . . όπως κανένα φεγγάρι δε θα μπορούσε . . . όχι . . . κανένα φεγγάρι . . . όλα μέρος της ίδιας επιθυμίας για . . . βασανισμό . . . που βέβαια στην πραγματικότητα . . . ούτε στο ελάχιστο . . . ούτε τσίμπημα . . . τόσο μακριά . . . χα! . . . τόσο μακριά . . . άλλη σκέψη λοιπόν . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . τόσο ανόητη αλλά τόσο της ταιριάζει . . . κατά κάποιο τρόπο . . . που καλά θα έκανε να . . . βογγάει . . . πού και πού . . . δεν μπορούσε να σπαρταράει . . . λες και βασανιζόταν στ’ αλήθεια . . . αλλά δεν μπορούσε . . . δεν μπορούσε να αναγκάσει τον εαυτό της . . . κάποιο ψεγάδι στο μεηκ-άπ της. . . . ανίκανη για δόλο . . . ή η μηχανή . . . πιο πιθανό η μηχανή . . . τόσο ασύνδετη . . . ποτέ δεν έλαβε το μήνυμα . . . ή ανίκανη να απαντήσει . . . σαν μουδιασμένη . . . δεν μπορούσε να παράγει τον ήχο . . . κανέναν ήχο . . . κανέναν ήχο οποιουδήποτε είδους . . . κραυγές για βοήθεια για παράδειγμα . . . αν είχε τέτοια πρόθεση . . . ουρλιαχτό . . . [Ουρλιάζει.] . . . μετά αφουγκράζεται . . . [Σιωπή.] . . . ξανά ουρλιαχτό . . . [Ξαναουρλιάζει.] . . . μετά αφουγκράζεται ξανά . . . [Σιωπή.] . . . όχι . . . αυτό το γλίτωσα . . . σιωπηλά τα πάντα σαν τάφος . . . κανένα μέρος-. . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . σιωπηλά τα πάντα εκτός απ’ το βουητό . . . το επονομαζόμενο . . . κανένα μέρος της δεν κινείται . . . όχι κάτι που να αισθάνεται τουλάχιστον . . . μόνο τα βλέφαρα . . . πιθανώς . . . ανοιγοκλείνουν . . . σβήνουν το φώς . . . λένε είναι αντανακλαστικό . . . δεν υπάρχει αίσθηση κανενός είδους . . . αλλά τα βλέφαρα . . . ακόμα και στις ωραιότερες στιγμές . . . ποιός τα νιώθει; . . . ανοίγουν . . . κλείνουν . . . όλη αυτή η υγρασία . . . αλλά το μυαλό ακόμα . . . ακόμα επαρκώς . . . ω βέβαια εντελώς! . . . σ’ αυτό το στάδιο . . . βρίσκεται σε έλεγχο . . . υπό έλεγχο . . . ακόμα κι αυτό να το αμφισβητεί . . . γιατί εκείνο το απριλιάτικο πρωινό . . . έτσι υπέθετε . . . εκείνο το πρωινό του Απρίλη . . . εκείνη κάρφωνε με το βλέμμα της . . . μια μακρυνή καμπάνα . . . καθώς την πλησίαζε . . . την κάρφωνε με το βλέμμα της . . . μήπως και της ξεφύγει . . . όλα δεν είχαν σβήσει; . . . όλο το φώς . . . αφεαυτό . . . χωρίς τίποτα . . . τίποτα . . . από μέρους της . . . και ούτω καθεξής . . . ούτω καθεξής υπέθετε . . . μάταιες διερωτήσεις . . . και τα πάντα ακόμα νεκρά . . . γλυκά και ήρεμα σαν τάφος . . . όταν ξαφνικά . . . σταδιακά . . . συνειδητ-. . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . τα πάντα ακόμα νεκρά εκτός από το βουητο . . . όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε. . . ότι τα λόγια ήταν-. . . τι; . . . ποιά; . . . όχι! . . . αυτή! [Παύση και κίνηση νο. 2] . . . συνειδητοποίησε . . . ότι της έρχονταν λόγια . . . φαντάσου! . . . της έρχονταν λόγια . . . μια φωνή που δεν την αναγνώρισε στην αρχή τόσος καιρός από τότε που την πρωτάκουσε . . . τελικά έπρεπε να το παραδεχτεί επιτέλους . . . δεν ήταν άλλη . . . από τη δική της . . . συγκεκριμένοι ήχοι φωνηέντων . . . που δεν είχε ακούσει . . . αλλού . . . και κοίταζε κόσμος . . . εκείνες οι σπάνιες φορές . . . μία ή δύο κάθε χρόνο . . . πάντοτε χειμώνας για κάποιο περίεργο λόγο . . . την κοίταζαν χωρίς να καταλαβαίνουν . . . και τώρα αυτός ο χείμαρρος . . . σταθερός χείμαρρος . . . εκείνη που ποτέ της . . . αντιθέτως . . . σχεδόν αμίλητη . . . όλες τις μέρες της . . . πώς επέζησε! . . . ακόμα και όταν ψώνιζε . . . έξω και ψώνιζε . . . γεμάτο εμπορικό κέντρο . . . σουπερμάρκετ . . . έδινε απλά τη λίστα . . . με τη σακούλα . . . τη μαύρη σακούλα για τα ψώνια . . . και μετά στεκόταν και περίμενε . . . για πολλή ώρα . . . στη μέση του πλήθους . . . ακίνητη . . . να κοιτάζει το κενό . . . το στόμα της μισάνοιχτο ως συνήθως . . . μέχρι που επέστρεφε στο χέρι της . . . η τσάντα επέστρεφε στο χέρι της . . . μετά πλήρωνε και έφευγε . . . ούτε ένα αντίο . . . πώς επέζησε! . . . και τώρα αυτός ο χείμαρρος . . . να μην καταλαβαίνουν ούτε τον μισό . . . ούτε το ένα τέταρτο . . . ούτε λίγο . . . τι έλεγε . . . φαντάσου! . . . δεν καταλάβαιναν τι έλεγε! . . . μέχρι που άρχισε να προσπαθεί να . . . κοροϊδέψει τον εαυτό της . . . δεν ήταν δικιά της . . . δεν ήταν η δικιά της φωνή . . . και χωρίς αμφιβολία θα ήταν . . . ζωτικής σημασίας θα έπρεπε . . . θα ήταν ακριβής . . . μετά από πολλές προσπάθειες . . . όταν ξαφνικά ένιωσε . . . σταδιακά ένιωσε . . . τα χείλη της να κινούνται . . . φαντάσου! . . . τα χείλη της να κινούνται! . . . μιας και προφανώς ως τότε δεν . . . και όχι μόνο τα χείλη . . . τα μάγουλα . . . το σαγόνι . . . το πρόσωπο ολόκληρο . . . όλα αυτά-. . . τι; . . . η γλώσσα; . . . ναι . . . η γλώσσα στο στόμα . . . όλες αυτές οι παραμορφώσεις χωρίς τις οποίες . . . η ομιλία αδύνατη . . . κι όμως με τον κανονικό τρόπο . . . δεν αισθανόταν τίποτα . . . επικεντρώνεται τόσο κανείς . . . σε αυτό που λέει . . .όλη του η ύπαρξη . . . κρέμεται από τις λέξεις . . . κι έτσι όχι μόνο έπρεπε . . . έπρεπε . . .όχι μόνο έπρεπε . . . να εγκαταλείψει . . . να παραδεχτεί ότι είναι δική της . . . η ολόδικη της φωνή . . . αλλά αυτή η άλλη απαίσια σκέψη . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . ακόμα πιο απαίσια αν είναι δυνατόν . . . επέστρεψε αυτή η αίσθηση . . . φαντάσου! . . . αίσθηση και να επιστρέφει! . . . ξεκινώντας από την κορυφή . . . ύστερα προχωρώντας προς τα κάτω . . . ολόκληρη η μηχανή . . . αλλά όχι . . . το γλίτωσε αυτό . . . το στόμα μόνο . . . τόσο μακριά . . . χα! . . . τόσο μακριά . . . και μετά σκέφτεται . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . δεν γίνεται να συνεχίσει . . . όλο αυτό . . . όλος αυτός ο . . . σταθερός χείμαρρος . . . να τεντώνεται να ακούσει . . . να βγάλει κάποιο νόημα . . . και οι δικές της σκέψεις . . . να βγάλει κάποιο νόημα απ’ αυτές . . . όλο-. . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . όλη την ώρα το βουητό . . . επονομαζόμενο . . . όλα αυτά μαζί . . . φαντάσου! . . . όλο το σώμα σα να έχει φύγει . . . μόνο το στόμα . . . χείλη . . . μάγουλα . . . σαγόνι . . . ποτέ- . . . τι; . . . γλώσσα; . . . ναι . . . χείλη . . . μάγουλα . . . σαγόνι . . . γλώσσα . . . ποτέ ακίνητα ούτε δευτερόλεπτο . . . το στόμα έχει πάρει φωτιά . . . χείμαρρος λέξεων . . . στο αυτί της . . . κυριολεκτικά στο αυτί της . . . δεν καταλαβαίνει ούτε τα μισά . . . ούτε το ένα τέταρτο . . . δεν έχει ιδέα τι λέει . . . φαντάσου! . . . ιδέα για το τι λέει! . . . και δεν μπορεί να σταματήσει . . . δεν υπάρχει σταματημός . . . αυτή που μια στιγμή πριν . . . μια στιγμή! . . . δεν μπορούσε να βγάλει ήχο . . . κανέναν ήχο . . . τώρα δεν σταματάει . . . φαντάσου! . . . δεν μπορεί να σταματήσει το χείμαρρο . . . και το μυαλό να ικετεύει . . . κάτι στο μυαλό ικετεύει . . . ικετεύει το στόμα να σταματήσει . . . να σταματήσει για λίγο . . . μόνο για μια στιγμή . . . και καμιά απάντηση . . . σα να μην άκουσε . . . ή σαν να μη μπορούσε . . . να μη μπορούσε να σταματήσει για ένα δευτερόλεπτο . . . σαν τρελό . . . όλα αυτά μαζί . . . να τεντώνεται να ακούσει . . . να τα ταιριάξει μεταξύ τους . . . και το μυαλό . . . να παραληρεί μόνο του . . . να προσπαθεί να βγάλει νόημα . . . ή να βάλει τελεία . . . ή στο παρελθόν . . . να ξεθάβει το παρελθόν . . . εκλάμψεις από παντού . . . περίπατοι κυρίως . . . περπατούσε όλες τις της μέρες . . . μέρα τη μέρα . . . μερικά βήματα και μετά παύση . . . κοιτούσε στο κενό . . . και μετά συνέχιζε . . . λίγα παραπάνω . . . παύση και έχασκε . . . και ούτω καθεξής . . . περιπλανιόταν . . . μέρα τη μέρα . . . ή τότε που έκλαψε . . . τη μια φορά που θυμάται . . . από τότε που ήταν μωρό . . . μάλλον έκλαιγε σαν μωρό . . . ίσως όχι . . . ήδη γριά σταφιδιασμένη . . . κάθεται και κοιτάζει το χέρι της . . . πού βρισκόταν; . . . στα στρέμματα του Κρόκερ . . . ένα απόγευμα στο δρόμο για το σπίτι . . . σπίτι! . . . ένας λοφίσκος στα στρέμματα του Κρόκερ . . . δειλινό . . . καθόταν κοίταζε το χέρι της . . . εκεί πάνω στα πόδια της . . . παλάμη προς τα πάνω . . . ξαφνικά την είδε βρεγμένη . . . την παλάμη . . . δάκρυα μάλλον . . . δικά της μάλλον . . . κανένας άλλος για χιλιόμετρα . . . ούτε ήχος . . . έκατσε και τα κοίταζε να στεγνώνουν . . . τέλειωσε μέσα σε μια στιγμή . . . ψύλλους στα άχυρα . . . το μυαλό . . . τρεμοσβήνει μόνο του . . . ψηλαφητό στα άχυρα και παρακάτω . . . τίποτα εκεί . . . παρακάτω στο επόμενο . . . άσχημο σα τη φωνή . . . χειρότερο . . . η ίδια απουσία νοήματος . . . όλα αυτά μαζί . . . δεν μπορεί-. . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . όλη την ώρα το βουητό . . . σιγανή βοή σαν καταρράχτες . . . και η αχτίδα . . . τρεμοσβήνει κι αυτή . . . αρχίζει να κινείται . . . σαν φεγγαραχτίδα αλλά όχι . . . όλα μέρος του ίδιου . . . να ‘χει το νού της και εκεί . . . στην άκρη του ματιού . . . όλα αυτά μαζί . . . δεν πάει παρακάτω . . . ο Θεός είναι αγάπη . . . θα εξαγνιστεί . . . πίσω στο χωράφι . . . πρωινός ήλιος . . . Απρίλης . . . πρόσωπο βουτηγμένο στο γρασίδι . . . τίποτα πέρα απ’ τους κορυδαλλούς . . . και ούτω καθεξής . . . ψηλαφητό στα άχυρα . . . τεντώνεται για να ακούσει . . . την τυχαία λέξη . . . να βγάλει κάποιο νόημα . . . όλο το σώμα σαν απόν . . . μόνο το στόμα . . . τρελαμένο . . . και δεν σταματάει . . . δεν έχει σταματημό . . . κάτι που αυτή-. . . κάτι που αυτή έπρεπε να-. . . τι; . . . ποιά; . . . όχι! . . . αυτή! . . . [Παύση και κίνηση νο. 3] . . . κάτι που έπρεπε να- . . . τι; . . . το βουητό; . . . ναι . . . όλη την ώρα . . . το βουητό . . . σιγανή βοή . . . μέσα στο κρανίο . . . και η αχτίδα . . . να χοροπηδάει . . . ανώδυνα . . . τόσο μακριά . . . χα! . . . τόσο μακριά . . . και μετά σκέφτεται . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . ίσως κάτι που έπρεπε να . . . έπρεπε να . . . πεί . . . τι θα μπορούσε να είναι; . . . κάτι που έπρεπε να πεί . . . μικρούτσικο πραγματάκι . . . πριν την ώρα του . . . καταραμένη τρύπα . . . αγάπη πουθενά . . . αυτό το γλίτωσε . . . άφωνη όλες της τις μέρες . . . κυριολεκτικά άφωνη . . . πώς επέζησε! . . . εκείνη τη φορά στο δικαστήριο . . . τι είχε να πεί για τον εαυτό της . . . ένοχη ή αθώα . . . σήκω μωρή . . . μίλα μωρή . . . στεκόταν εκεί κοιτούσε στο κενό . . . στόμα μισάνοιχτο ως συνήθως . . . περιμένοντας να τη σύρουν μακριά . . . ανακουφισμένη για το χέρι στο μπράτσο της . . . και τώρα αυτό . . . κάτι-τι που ήθελε να πεί . . . ίσως ήταν αυτό; . . . κάτι που θα αποκάλυπτε . . . πώς ήταν . . . πως αυτή-. . . τι; . . . πώς υπήρξε; . . . ναι . . . κάτι που θα αποκάλυπτε πώς ήταν . . . πώς είχε ζήσει . . . ζήσει και ζήσει και ζήσει . . . ένοχη ή όχι . . . ζήσει και ζήσει και ζήσει . . . να γίνει εξήντα . . . κάτι που αυτή-. . . τι; . . . εβδομήντα; . . . Θεέ μου! . . . να ζήσει και να ζήσει και να ζήσει ως τα εβδομήντα . . . κάτι που και η ίδια δεν ήξερε . . . δεν ήξερε αν άκουσε . . . μετά συγχωρέθηκε . . . ο Θεός είναι αγάπη . . . τρυφερός οίκτος . . . καινούριος κάθε πρωί . . . πίσω στο χωράφι . . . πρωινό του Απρίλη . . . πρόσωπο στο γρασίδι . . . κανείς πέρα απ’ τους κορυδαλλούς . . . πιάστο από κεί . . . συνέχισε από κεί . . . λίγα ακόμα-. . . τι; . . . όχι αυτό; . . . δεν έχει καμιά σχέση; . . . τίποτα που θα μπορούσε να πεί; . . . αχ πολύ μετά . . . ξαφνική έκλαμψη . . . ούτε κι αυτό . . . εντάξει . . . πάλι κάτι άλλο . . . και ούτω καθεξής . . . θα το πετύχεις στο τέλος . . . σκέψου τα πάντα συνέχισε όσο μπορείς . . . μετά συγχώρεση . . . πίσω στην-. . . τι; . . .ούτε αυτό; . . . ούτε αυτό έχει σχέση; . . . τίποτα που θα μπορούσε να σκεφτεί; . . . εντάξει . . . τίποτα που θα μπορούσε να πεί . . . τίποτα που θα μπορούσε να σκεφτεί . . . τίποτα που αυτή-. . . τι; . . .ποιά; . . . όχι! . . . αυτή! [Παύση και κίνηση νο. 4] . . . μικρούτσικο πραγματάκι . . . βγήκε πριν την ώρα του . . . καταραμένη τρύπα . . . αγάπη πουθενά . . . αυτό το γλίτωσε . . . άφωνη όλες της τις ημέρες . . . κυριολεκτικά άφωνη . . . ακόμα και προς τον εαυτό της . . . ποτέ φωναχτά . . . αλλά όχι εντελώς . . . πού και πού ξαφνική ορμή . . . μία ή δυό φορές το χρόνο . . . πάντα χειμώνας περίεργος λόγος . . . τα μεγάλα απογεύματα . . . οι ώρες του σκοταδιού . . . ξαφνική ορμή να . . . πεί . . . μετά να σταματήσει στο πρώτο που είδε . . . το κοντινότερο αποχωρητήριο . . . να αρχίσει να τα βγάζει . . . σταθερός χείμαρρος . . . τρελά πράγματα . . . τα μισά φωνήεντα λάθος . . . κανείς δεν καταλάβαινε . . . μέχρι να δεί τα βλέμματα τους . . . να πεθάνει από ντροπή ύστερα . . . να ξανασυρθεί μέσα . . . μια ή δυό φορές το χρόνο . . . πάντοτε χειμώνας περίεργος λόγος . . . μακρές ώρες του σκοταδιού . . . και τώρα αυτό . . . αυτό . . . όλο και πιο γρήγορα . . . οι λέξεις . . . ο εγκέφαλος . . . να τρεμοσβήνει σαν τρελός . . . να πιάνεται λίγο και να συνεχίζει . . . τίποτα εκεί . . . κάπου αλλού . . . προσπάθησε κάπου αλλού . . . όλη την ώρα κάτι ικετεύει . . . κάτι μέσα της ικετεύει . . . ικετεύει να σταματήσουν όλα αυτά . . . δίχως απάντηση . . . προσευχή δίχως απάντηση . . . ή δίχως φωνή . . . πολύ σιγανή . . . και ούτω καθεξής . . . συνέχισε . . . να προσπαθείς . . . χωρίς να ξέρεις τι . . . τι προσπαθούσε . . . τι να προσπαθήσει . . . όλο το σώμα σαν απόν . . . μόνο το στόμα . . . σαν τρελό . . . και ούτω καθεξής . . . συνέχισε-. . . τι; . . . το βουητό; ναι . . . όλη την ώρα το βουητό . . . σιγανή βοή σαν καταρράχτες . . . μέσα στο κρανίο . . . και η αχτίδα . . . να ψαχουλεύει . . . ανώδυνα . . . τόσο μακριά . . . χα! . . . τόσο μακριά . . . όλα αυτά . . . συνέχισε . . . χωρίς να ξέρεις τι . . . τι αυτή-. . . τι; . . . ποιά; . . . όχι! . . . αυτή! . . . ΑΥΤΗ! . . . [Παύση.] . . . τι προσπαθούσε . . . τι να προσπαθήσει . . . δεν έχει σημασία . . . συνέχισε [Η αυλαία αρχίζει να πέφτει.] . . . θα το βρείς στο τέλος . . . και μετά πίσω . . . ο Θεός είναι αγάπη . . . τρυφερός οίκτος . . . κάθε πρωί καινούριος . . . πίσω στο χωράφι . . . πρωινό του Απρίλη . . . πρόσωπο στο γρασίδι . . . κανείς μόνο οι κορυδαλλοί . . . πιάστο-

[Η αυλαία πέφτει ολοκληρωτικά. Η αίθουσα σκοτεινή. Η φωνή συνεχίζει πίσω από την κουρτίνα, ακατάληπτη, δέκα δευτερόλεπτα, σταματάει καθώς η αίθουσα φωτίζεται.]

am sabbath

Posted in Uncategorized on May 12, 2013 by little percussionist derrida

να μου μάθεις
ναι
το όνομα της πέτρας
που φωλιάζει στο στομάχι
που έχει πάνω της χαραγμένους
τους τρόπους για κάθε σύσπαση
κάθε σφίξιμο
κάθε συστολή