John Felstiner – Ο Πάουλ Τσέλαν συναντά τον Σάμιουελ Μπέκετ

(μτφ. δική μου)

Δεν τον συναντά.

Ζώντας μόνος (με αγιάτρευτα τραύματα), το Μάρτιο του 1970, στην Οδό Εμίλ Ζολά, απέναντι από τη γέφυρα Μιραμπώ, μακριά από τη γυναίκα του Γκιζέλ και το γιό του Έρικ, αυτός που “το στόμα του τραύλιζε την αλήθεια,” ο επιζών από “τα χίλια σκοτάδια της θανατηφόρας ομιλίας,” επέστρεψε πρόσφατα από μια δεκαπενθήμερη επίσκεψη στο Ισραήλ, την πρώτη του, ενθουσιασμένος και έτοιμος να μετακομίσει εκεί, αλλά φοβούμενος μήπως χάσει για άλλη μια φορά τη μητρική του γλώσσα, τα γερμανικά, τη γλώσσα της αγαπημένης του μητέρας, τη γλώσσα που άρπαξαν, λες μέσα σε μια νύχτα, οι άνθρωποι που τη δολοφόνησαν. Ο Φρανς Βουρμ, ένας ποιητής φίλος του στο Παρίσι, τον προσκαλεί ένα απόγευμα να συναντηθούν και να γνωρίσει τον Μπέκετ, αλλά ο Τσέλαν λέει Όχι – δεν θα ήταν πρέπον να έρθει απροειδοποίητα την τελευταία στιγμή. Αργότερα εκείνο το βράδυ, λαμβάνοντας τους χαιρετισμούς του Μπέκετ, λέει: Αυτός ήταν ίσως ο μόνος άνθρωπος εδώ που θα με καταλάβαινε.

Δεν υπήρχε όμως ήδη μια κατανόηση, δεν συναντιόντουσαν ήδη όλα αυτά τα χρόνια στο Παρίσι; – ο γηραιότερος, ένας Ιρλανδός που λίγο-πολύ αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και στα γαλλικά, και ο νεώτερος, ορφανός, δίχως πατρίδα, που είχε φτάσει στο Παρίσι αλλά μαχόταν με τα Γερμανικά: ο Μπέκετ σφυροκοπώντας τη σιωπή με “αυτή τη σκόνη των λέξεων,” ο Τσέλαν με τις “λαχανιασμένες λέξεις,” με “μαχαίρια κοφτερά σαν προσευχές / της / σιωπής μου”. Κατά την πρώτη βδομάδα του Περιμένοντας τον Γκοντό, το 1953, όπου ο Ντιντί κι ο Γκογκό “φλυαρούν ακατάπαυστα για τίποτα συγκεκριμένο”, ο Τσέλαν έγραψε το ποίημα “Οι Τρυγητές”, όπου “σκυμμένος προς την τυφλότητα και κουτσός”, ένας “βραδύγλωσσος” διψάει για κρασί, ένας “καμπούρης απευθύνεται / στη σιωπή των απαντήσεων.”

Εκείνο τον καιρό περίπου, στο λύκειο École Normale Supérieure (όπου ο Μπέκετ είχε διδάξει αγγλικά πριν κάποια χρόνια) ο Τσέλαν διάλεξε για τους μαθητές του ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μπέκετ L’ Innomable (Ο Ακατανόμαστος) για να το μεταφράσουν στα Γερμανικά: “Κι όμως φοβάμαι, φοβάμαι τι θα κάνουν οι λέξεις μου σ’ εμένα, στο καταφύγιο μου, για άλλη μια φορά… Αν μπορούσα να μιλήσω αλλά να μη λέω τίποτα, στ’ αλήθεια τίποτα; Ίσως τότε να απέφευγα να με κατασπαράξουν.”

Σε πολλά από τα χιλιάδες βιβλία της ιδιωτικής βιβλιοθήκης του Τσέλαν ανακαλύπτει κανείς κοφτές παρατηρήσεις στο περιθώριο, υπογραμμισμές προτάσεις και παραγράφους, θαυμαστικά. Ωστόσο οι τόμοι του Μπέκετ είναι δίχως σημειώσεις. Γιατί; Ήταν τόσο βαθιά η επίδραση του συγγραφέα του Τέλους του Παιχνιδιού, της Τελευταίας Κασέτας του Κραππ, των Κειμένων για το Τίποτα, που ο Τσέλαν δεν μπορούσε να αποστασιοποιηθεί;

Το 1961, μαθαίνοντας ότι ο γερμανός εκδότης του ίσως συναντήσει τον Μπέκετ στο Closerie des Lilas, ο Τσέλαν πηγαίνει στο καφέ και ο ίδιος – χωρίς αποτέλεσμα. Τα χρόνια περνούν: τα φορτισμένα ποίηματα του Τσέλαν οδηγούν τον Αντόρνο να χαρακτηρίσει εκείνον και τον Μπέκετ ως τους μοναδικούς αυθεντικούς ευρωπαίους συγγραφείς “μετά το Άουσβιτς.” Στο μεταξύ, η αρρώστια του επιδεινώνεται τρομερά.

Man hat mich zerheilt, “Με έκαναν κομμάτια για να με γιατρέψουν” γράφει ο Τσέλαν σε έναν ισραηλινό φίλο του, αναφερόμενος στις “απλοϊκές” προσπάθειες των γιατρών να επιδιορθώσουν μια ψυχική “ζημιά που φτάνει μέχρι τον πυρήνα της ύπαρξης μου.” Οι τελευταίες του εβδομάδες, στο τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης του 1970, ταλαντεύονται μεταξύ απελπισίας και αποφασιστικότητας.

“Ήρθα σε εσάς, στο Ισραήλ, γιατί το είχα ανάγκη,” λέει ο Τσέλαν σε μια ομάδα συγγραφέων εκεί. Όσο αυτός βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, ο Μπέκετ κερδίζει το βραβείο Νόμπελ. Επιστρέφοντας σε “αυτή την ψυχρή πόλη, το Παρίσι” λέει σε έναν φίλο του “Με έχει περικυκλώσει η σιωπή.” Ταξιδεύει στη Στουτγάρδη για να συμμετάσχει σε ένα συμπόσιο στη μνήμη του Χέλντερλιν. Οι Γερμανοί ακροατές απορρίπτουν τους ελλειπτικούς, κρυπτικούς του στίχους – οι στίχοι ενός ποιήματος του είναι ταιριαστοί: “Κι όμως δεν μπορέσαμε / να σκοτεινιάσουμε προς τα σένα.” Κατά τη διάρκεια ενός σύντομου σεμιναρίου στο Φράιμπουργκ, κάνει παρατήρηση στον Χάιντεγκερ για έλλειψη προσοχής. Αργότερα: “Ο Τσέλαν είναι αθεράπευτα άρρωστος” λέει ο φιλόσοφος που κάποτε είχε υποστηρίξει ότι “το Είναι μιλάει γερμανικά.”

Stehend!, γράφει η μονολεκτική καρτ-ποστάλ που στέλνει στην Γκιζέλ ο γερμανός εξόριστος: “Κρατάω γερά,” “Στέκομαι στα πόδια μου.” Το τελευταίο ποίημα του Τσέλαν προς τη σύζυγο του έχει τόνο μεσσιανικό:

Θα υπάρξει κάτι, σύντομα,
που γεμίζει από σένα
και υψώνεται
προς ένα στόμα

Μέσα από μια φρενίτιδα
στρωμένη με θρύψαλα
σηκώνομαι
και κοιτάζω το χέρι μου,
πώς σχεδιάζει τον ένα
και μοναδικό
κύκλο

Τέλη Μαρτίου του 1970: ο Τσέλαν αρνείται να συναντηθεί με τον Μπέκετ. Στο σχολείο βάζει τους μαθητές να μεταφράσουν την ιστορία του Κάφκα “Ο κυνηγός Γράκχος”: “Κανείς δεν θα διαβάσει αυτά μου τα λόγια, κανείς δεν θα έρθει να με βοηθήσει… Το πλοίο μου είναι ακυβέρνητο, οδηγείται από τον άνεμο που φυσάει μέχρι τις έσχατες περιοχές του θανάτου.” Στις 12 Απριλίου γράφει ξανά στο Ισραήλ, παραθέτοντας από το ημερολόγιο του Κάφκα: “Ευτυχία όμως μονάχα αν μπορέσω να υψώσω τον κόσμο προς το Αγνό, το Αληθινό, το Αμετάβλητο.”

13 Απριλίου: Αυτό που τελικά θα είναι το τελευταίο του ποίημα στρέφεται προς εκείνες τις λέξεις που πάντοτε ο Τσέλαν κρατούσε κοντά του: “σκάψε… σκοτάδι… ώρα… βαθιά… ανοίγει… πέτρα… μάτι… εσύ… διαβάζεις,” και τελειώνει με γαλήνια προσμονή:

οι Ανοιχτοί φέρουν
την πέτρα πίσω από το μάτι
θα σε γνωρίσει
am Sabbath,

“το Σάμπαθ” – ή, ίσως, “το ερχόμενο Σάμπαθ.”

16 Απριλίου: Λέει στον δεκατετράχρονο γιό του Έρικ ότι, τελικά, δεν θα μπορέσουν να πάνε την επόμενη μέρα στην παράσταση του Γκοντό, όπως είχαν σχεδιάσει. Αργότερα, βρέθηκαν δύο εισιτήρια στο πορτοφόλι του.

19 Απριλίου: Διαβάζοντας μια βιογραφία του Χέλντερλιν, ο Τσέλαν υπογραμμίζει αυτά τα λόγια που αναφέρονται στον σπουδαίο, τρελό πρόγονο του: “Είναι φορές που αυτή η ιδιοφυΐα σκοτεινιάζει και βυθίζεται στο πικρό πηγάδι της καρδιάς του.” Παρόλα αυτά (όπως παρατήρησα όταν βρήκα το βιβλίο στη βιβλιοθήκη του) δεν υπογράμμισε την υπόλοιπη πρόταση: “όμως, κατά κύριο λόγο, το αποκαλυπτικό του αστέρι λάμπει θαυμαστά.”

19-20 Απριλίου: Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, ο Τσέλαν περπατά από την Οδό Εμίλ Ζολά στην αγαπημένη του Απολινέρ γέφυρα Μιραμπώ και πνίγεται στον Σηκουάνα, αν και ήταν δεινός κολυμβητής από τα νιάτα του. Η 20η Απρίλη, παραμονή του Πεσάχ, γιορτής της ελευθερίας, είναι επίσης τα γενέθλια του Χίτλερ.

1η Μαΐου: Δέκα χιλιόμετρα μακρύτερα, ένας ψαράς ανακαλύπτει το σώμα του τσέλαν σταματημένο σε ένα σημείο του πτοαμού. Ο Έλμαρ Τόπχοφεν, επί σειρά ετών μεταφραστής του Μπέκετ στα γερμανικά, διαδέχεται τον Τσέλαν στη θέση του καθηγητή γερμανικών στο École Normale Supérieure.

Celan me dépasse, θα εξομολογηθεί αργότερα ο Σάμιουελ Μπέκετ σε ένα φίλο του, “Ο Τσέλαν με αφήνει πίσω του.” Αλλά είναι αυτό δυνατό; Τον Μπέκετ, τον οποίο, όπου κι αν πας στο μυαλό μας, τον συναντάς να επιστρέφει; Η τριλογία του Μπέκετ ξεκινάει με τον θάνατο μιας μητέρας και τελειώνει με τα τελευταία λόγια του Ακατανόμαστου: “Μέσα στη σιωπή δε ξέρεις, πρέπει να συνεχίσω, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.”

Έξι χρόνια πριν την αυτοκτονία του δια πνιγμού, ο Πάουλ Τσέλαν είχε γράψει αυτό το ποίημα:

Πού;

Τη νύχτα στον πέτρινο όγκο που γκρεμίζεται.

Στα πετραδάκια και τα χαλίκια της αναταραχής,
στον πιο αργό σάλο,
ο λάκκος της σοφίας που ονομάζεται Ποτέ.

Υδάτινες βελόνες
μπαλώνουν τη σκισμένη
σκιά – εκείνη πολεμάει να ξεφύγει
βαθύτερα
ελεύθερη.

Εφόσον η “σκιά” είναι γένους αρσενικού στα γερμανικά, ίσως αυτές οι τελευταίες γραμμές να διαβάζονται “εκείνος πολεμάει να ξεφύγει / βαθύτερα / ελεύθερος.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: