Archive for November, 2013

James Pate – The Fassbinder Diaries – 2

Posted in Uncategorized on November 29, 2013 by little percussionist derrida

1 – Ζεστό σκοτάδι και κρύο σκοτάδι

Η έκσταση της Μάμα Ρόμα

Μια νύχτα ο Φραντς και η Μιέζε παρακολουθούν μια ασπρόμαυρη ταινία του Παζολίνι. Είναι η ταινία όπου η μητέρα είναι πόρνη και ο γιός ένας νεαρός εγκληματίας που τελικά πεθαίνει στη φυλακή σαν τον Χριστό. Δεν τον σταυρώνουν, βέβαια. Αλλά ο σκηνοθέτης τον κάνει να φαίνεται σταυρωμένος. Τα χέρια του είναι τεντωμένα και το πρόσωπο του ένα κομμάτι μπρούντζου που αντανακλά ένα μακρινό φως.

Η Μιέζε μετά την ταινία λέει ___, και ο Φραντς μετά την ταινία απαντάει ___. Οι κουρτίνες είναι κλειστές. Οι κουρτίνες έχουν το χρώμα των αιμοκυττάρων.

Και αργότερα μέσα στη νύχτα βρίσκονται στο κρεβάτι, ο Φραντς με μια μπύρα ακουμπισμένη στο στομάχι του, το κεφάλι του στο μαξιλάρι, τα μάτια του να κοιτάζουν το ταβάνι, και η Μιέζε στην άκρη του κρεβατιού γυαλίζοντας μια από τις μπότες της, σφυρίζει, αυτός προσπαθεί να καταλάβει ποιό τραγούδι είναι, του ακούγεται γνώριμο, αλλά δεν μπορεί, όχι δεν μπορεί να το αναγνωρίσει, και δεν τη ρωτάει. Η Μιέζε στρέφεται προς τον Φραντς και σκέφτεται την τελευταία σκηνή της ταινίας, τον τρόπο με τον οποίο το φιλμ ξαφνικά γίνεται κενό, ξαφνικά γίνεται λευκό, της θύμισε εκείνο το στίχο του Πέρσι Μπίσε Σέλεϊ, εκείνον για το μοναδικό εκτυφλωτικό λευκό φως της αιωνιότητας, κάτι τέτοιο, κάπως έτσι ήταν, δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς.

Ένα τρένο στο Βερολίνο. Ένα τρένο στο Σικάγο που φρενάρει αργά. Μια κλωστή μαύρου καπνού που υψώνεται σε ένα συγκεκριμένο τοπίο στο Μέμφις. Με κατεύθυνση πολλούς νυχτερινούς ουρανούς.

James Pate – The Fassbinder Diaries – 1

Posted in Uncategorized on November 29, 2013 by little percussionist derrida

[πρώτο κεφαλαιάκι, σχετικά αυτόνομα αλλά όχι απαραίτητα, θα μεταφράζω όσο συνεχίσουν να μ’ αρέσουν. ίνφο εδώ.]

Αλλά το μίσος είναι κι αυτό ένα πάθος
και τελοσπάντων μοιάζει με την αγάπη.
– Marine Girls, “Tutti lo sanno”

Μέρος Πρώτο: Η ανάληψη της Βερόνικα Βος

Ζεστό σκοτάδι και κρύο σκοτάδι

Οι πρώτες σκηνές είναι βουβές. Το φιλμ είναι γεμμάτο κόκκους, σαν ο κόσμος που απεικονίζει να έχει περάσει μέσα από μια καταιγίδα σπασμένου γυαλιού. Σαν ο αέρας να έχει κατακρεουργηθεί απαλά. Στο έδαφος βρίσκονται φιγούρες που συστρέφονται, και είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς αν βρίσκονται σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο. Θα μπορούσαν να βρίσκονται σε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο ή σε ένα πολύ ευρύχωρο υπνοδωμάτιο ή στη μέση ενός ξέφωτου στη μέση της νύχτας. Τις παρακολουθούμε στο σκοτάδι. Εννοώ βρισκόμαστε και εμείς στο σκοτάδι. Σκόνη περιστρέφεται στο φως του προτζέκτορα. Είναι ένα ζεστό σκοτάδι. Έξω το σκοτάδι είναι κρύο.

Οι φιγούρες συστρέφονται σα να προσπαθούν να ξεγλιστρίσουν από τις σκιές τους. Λάσπη και λευκά ρυάκια κυλάνε. Κόκκοι στα άδεια σημεία και λευκό φώς που στάζει από τη μέση.

Ο σκηνοθέτης έχει οριοθετήσει δύο επίπεδα στη σκηνή: τα πράγματα που αναβοσβήνουν και αυτά που μένουν ακίνητα. Το φώς αναβοσβήνει και τα στόματα από τις φιγούρες αναβοσβήνουν και κάποια από τα μέλη τους αναβοσβήνουν μπρος πίσω μέσα από τις σκοτεινές περιοχές της σκηνής κινούμενα προς τις φωτεινότερες. Αλλά κάποια στόματα φαίνεται να έχουν καλυφθεί από κάτι. Και όλα τα μάτια είναι καλυμμένα από κάτι. Ή ίσως δεν είναι καλυμμένα. Ίσως οι φιγούρες δεν είχαν ποτέ τους μάτια. Ίσως μόνο κάποιες από αυτές είχαν στόματα.

Φως στάζει από τα χείλη ολόκληρου του εργοστασίου ή υπνοδωματίου ή ξέφωτου. Ή ίσως απαλές σταγόνες οξέως έχουν διαβρώσει τη σκηνή. Στο έδαφος βρίσκονται φιγούρες που συστρέφονται σιωπηλά. Αλλά είναι αδύνατον να καταλάβει κανείς αν είναι σιωπηλές επειδή είναι σιωπηλές ή αν είναι σιωπηλές επειδή η ταινία είναι βουβή. Τις παρακολουθούμε στο σκοτάδι. Είναι ένα ασπρόμαυρο σκοτάδι. Έξω, το σκοτάδι είναι επίσης ασπρόμαυρο.

παρόλο που υπήρχε μετάφραση ii

Posted in Uncategorized on November 6, 2013 by little percussionist derrida

Σύλβια Πλαθ – Φτελιά

Τον ξέρω τον πάτο, λέει. Τον φτάνουν οι άκρες μου:
αυτό φοβάσαι.
Εγώ δεν το φοβάμαι: έχω βρεθεί εκεί.

Τη θάλασσα ακούς μέσα μου,
την απογοήτευση της;
Ή τη φωνή του τίποτα, την τρέλα σου;

Ο έρωτας είναι σκιά.
Με ψέματα και κλάματα τρέχεις ξωπίσω του
Άκου: να ‘τες οι οπλές του: το άλογο που καλπάζει.

Έτσι θα καλπάζω όλη νύχτα, χωρίς σταματημό,
μέχρι το κεφάλι σου να γίνει πέτρα, το μαξιλάρι σου γρασίδι
που θα αντιλαλεί, θα αντιλαλεί.

Ή μήπως να σου φέρω τον ήχο του φαρμακιού;
Βροχή είναι, ναι, αυτό το μεγάλο σώπα.
Και ο καρπός του: κατάλευκος σαν το αρσενικό.

Με έχουν ήδη ξεσκίσει τα πρωινά.
Με έχουν κάψει μέχρι τη ρίζα μου
Τα κόκκινα μου σπλάχνα καίνε και τεντώνουν, γροθιά από σύρμα.

Σπάζω σε κομμάτια στροβιλίζομαι –
Τόσο βίαιος άνεμος –
δεν αντέχει να τον βλέπεις. Κανείς. Πρέπει να ουρλιάξω.

Απάνθρωπο και το φεγγάρι: με τραβάει
σκληρό, στείρο.
Με καίει με τη λάμψη του. Ή θα μπορούσα να το ‘χω αιχμαλωτίσει.

Άστο να φύγει. Άστο να φύγει.
Πατηκωμένο, ελάχιστο, σα κρέας στο χειρουργείο.
Πώς με γεμίζουν οι εφιάλτες σου πώς μου χαρίζονται.

Κατοικεί μέσα μου μια κραυγή.
Βγαίνει τις νύχτες φτεροκοπάει
Ψάχνει να αγκιστρωθεί να χώσει τα νύχια της κάτι να αγαπήσει.

Και με τρομάζει αυτή η σκοτεινιά
που τώρα γουργουρίζει μέσα μου –
Όλη μέρα τη νιώθω να στριφογυρίζει χνουδωτή, μοχθηρή.

Περνάνε τα σύννεφα και διαλύονται.
Είναι τα πρόσωπα της αγάπης; Χλωμά; Χαμένα παντοτινά;
Γι’ αυτά την ξυπνάω την καρδιά;

Όχι άλλη γνώση.
Τι είναι αυτό. Αυτό το πρόσωπο.
Αυτός ο δολοφόνος μέσα στη θηλιά από κλαδιά; –

Χςςς κάνουν τα φιδίσια του φαρμάκια.
Και με παγώνουν. Τη θέληση μου. Νά ‘τα τα μικρούλια τα μοναχά λάθη
Που σκοτώνουν. Που σκοτώνουν. Που σκοτώνουν.

original
μια άλλη εκδοχή

sleep no more

Posted in Uncategorized on November 4, 2013 by little percussionist derrida

ΜΑΚΒΕΘ

– κάποιος φώναξε· ό Μάκβεθ σκότωσε τόν ύπνο! Ό Μάκβεθ δέν θά έχει ύπνο! –
ποτέ πιά.
– Τόν ύπνο· πού δέν νοιάζεται
γιά τίς έγνοιες σου, δέν τίς ξέρει· καί αθώος
σέ παίρνει απ’ αυτές· τον ύπνο,
πού σέ πλύνει από τήν βρώμα τού κόπου σου νά ζείς·
– τόν ύπνο, πού σκοτώνει
τόσο ήμερα τό άγριο ζώο τής μέρας· πού ναρκώνει

τήν ψυχή, νά μήν πονάει άλλο. Τόν ύπνο, πού μ’ αυτόν
ή φύση μάς λέει πάντα – ναί! για όλα,
σε όλους – ο ύπνος    σ’ εμένα,
ποτέ πιά –

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ
Δεν καταλαβαίνω! Τι λές! –

ΜΑΚΒΕΘ
Κάποιος φώναζε ό ύπνος πέθανε! – σέ όλο το σπίτι,
κάποιος φώναζε συνέχεια – πέθανε ό ύπνος. Ό Γκλάμις
σκότωσε τόν ύπνο. Ό Κόν
τορ
δέν θά κοιμηθεί ξανά. Ό Μάκβεθ –
δέν θά κοιμηθεί – ποτέ πιά·