Archive for January, 2014

Samuel Beckett – Κείμενα για το τίποτα – 1

Posted in Uncategorized on January 24, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Ξαφνικά, όχι, επιτέλους, και πολύ άργησε, δεν μπορούσα άλλο, δεν μπορούσα να συνεχίσω. Κάποιος είπε, Δεν μπορείς να παραμείνεις εδώ. Δεν μπορούσα να παραμείνω εκεί και δεν μπορούσα να συνεχίσω. Θα περιγράψω το μέρος, είναι ασήμαντο. Η κορυφή ενός βουνού, ιδιαίτερα επίπεδη, όχι, ενός λόφου, αλλά τόσο άγρια, τόσο άγρια, αρκετά. Βάλτος, ρείκια που σου φτάνουν στο γόνατο, αχνά χνάρια από πρόβατα, αυλάκια σκαμμένα βαθιά από τις βροχές. Βαθιά σε ένα από αυτά βρισκόμουν ξαπλωμένος, προστατευμένος από τον άνεμο. Τρομερή θέα, αν εξαιρέσεις την ομίχλη που έκρυβε τα πάντα, κοιλάδες, λίμνες, την πεδιάδα και τη θάλασσα. Πώς μπορώ να συνεχίσω, δεν έπρεπε να έχω ξεκινήσει, όχι, ήταν αναγκαίο να ξεκινήσω. Κάποιος είπε, ίσως ο ίδιος, Τι σε έπιασε και ήρθες; Θα μπορούσα να έχω μείνει στο καταφύγιο μου, άνετος και στεγνός, δεν θα μπορούσα. Το καταφύγιο μου, θα το περιγράψω, όχι, δεν μπορώ. Είναι απλό, δεν μπορώ να κάνω τίποτα πλέον, αυτό σκέφτεσαι. Λέω στο σώμα, Άιντε σήκω, και το νιώθω να παλεύει, σαν γέρικο άλογο άμαξας που σωριάζεται στο δρόμο, που δεν αντιστέκεται πια, που αντιστέκεται πάλι, μέχρι να παραδοθεί στη μοίρα του. Λέω στο κεφάλι, Άσε το σώμα ήσυχο, μείνε σιωπηλό, σταματάει να ανασαίνει, και μετά λαχανιάζει χειρότερα από πριν. Βρίσκομαι μακριά από όλον αυτό τον καυγά, δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι, δεν χρειάζομαι τίποτα, ούτε να συνεχίσω ούτε να παραμείνω εδώ που βρίσκομαι, στ’ αλήθεια το ίδιο μου κάνει, θα έπρεπε να απομακρυνθώ από όλα αυτά, μακριά από το σώμα, μακριά από το κεφάλι, να τα αφήσω να τα βρούνε μεταξύ τους, να τα αφήσω να πάψουν, δεν μπορώ, εγώ είμαι αυτός που θα έπρεπε να πάψει. Αχ ναι, φαίνεται πως είμαστε παραπάνω από ένας, όλοι κουφοί, ούτε καν αυτό, μαζεμένοι μαζί ισόβια. Κάποιος άλλος είπε, ή ο ίδιος, ή ο πρώτος, όλοι τους έχουν την ίδια φωνή, τις ίδιες ιδέες, Το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να μείνεις σπίτι σου. Σπίτι. Ήθελαν να γυρίσω σπίτι. Στη φωλιά μου. Αν δεν ήταν η ομίχλη, και η όραση μου ήταν καλή, και είχα ένα τηλεσκόπιο, θα μπορούσα να το δω από εδώ. Δεν είναι μόνο η κόπωση, δεν είμαι απλά κουρασμένος, παρόλη την ανάβαση. Δεν είναι και ότι θέλω να μείνω εδώ. Είχα ακούσει να μιλάνε, πρέπει να είχα ακούσει να μιλάνε για τη θέα, την μακρυνή θάλασσα από σφυρήλατο μολύβι, την πολυτραγουδισμένη χρυσαφένια κοιλάδα, όπως τη λένε, τις διπλές κοιλάδες, τις παγωμένες λίμνες, την πόλη μέσα στην καταχνιά της, όλοι για αυτά μιλούσαν. Ποιοί είναι όλοι αυτοί τελοσπάντων; Βρίσκομαι βαθιά μέσα στην τρύπα που έσκαψαν οι αιώνες, αιώνες μολυσμένου κλίματος, μπρούμυτα πάνω στη σκοτεινή γη μουλιασμένη από τα κίτρινα νερά που την ξεδιψάνε αργά. Όλοι αυτοί βρίσκονται πάνω από μένα, γύρω μου, σα να στέκονται πάνω από τάφο. Δεν μπορώ να υψώσω το βλέμμα μου και να τους κοιτάξω, τι κρίμα, δεν μπορούσα να δω τα πρόσωπα τους, τα πόδια τους ίσως, βυθισμένα στα ρείκια. Με βλέπουν, τι από εμένα βλέπουν; Ίσως δεν έχει μείνει κανείς τους, ίσως έχουν φύγει όλοι, αηδιασμένοι. Αφουγκράζομαι και ακούω τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες όπως πάντα, τι περίεργο. Να σκέφτεσαι ότι στην κοιλάδα ο ήλιος σκορπάει τη ζέστη του κατά μήκος του ξεφτισμένου ουρανού. Πόσο καιρό βρίσκομαι εδώ, τι ερώτηση, αναρωτιέμαι συχνά. Και συνήθως μπορούσα να απαντήσω, Μια ώρα, έναν μήνα, έναν χρόνο, έναν αιώνα, ανάλογα με το τι νόημα έδινα στο εδώ, και στο εγώ, και στο είναι, και ειδικά σε αυτές τις λέξεις δεν έψαχνα ποτέ για βαθιά νοήματα, σε αυτές τις λέξεις ήμουν σχετικά σταθερός, μόνο το εδώ μεταβαλόταν μερικές φορές. Ή έλεγα, δεν μπορεί να βρίσκομαι πολύ καιρό εδώ, δεν θα είχα αντέξει. Ακούω τους νουμήνιους, αυτό σημαίνει η μέρα τελειώνει, η νύχτα πέφτει, γιατί έτσι συμβαίνει με τους νουμήνιους, όλη μέρα σιωπηλοί και όταν πέφτει η νύχτα αρχίζουν τα κρωξίματα, ετσι γίνεται με αυτά τα άγρια πλάσματα που ζουν τόσο λίγο, σε σύγκριση με μένα. Και αυτή η άλλη ερώτηση που επίσης ξέρω τόσο καλά, Τι σε έπιασε και ήρθες;, αναπάντητη, κι έτσι απάντησα, Για να αλλάξω, ή, Δεν είμαι εγώ, ή, Κατά τύχη, ή πάλι, Για να δώ, ή πάλι, εκείνα τα χρόνια του τρομερού ήλιου, η Μοίρα με έφερε, νιώθω αυτό το άλλο να έρχεται, ας έρθει, δεν θα με πιάσει στον ύπνο. Τα πάντα είναι θόρυβος, ατέλειωτο βύζαγμα μαύρης υγρής τύρφης, το θρόισμα της φτέρης, τα σιωπηλά αυλάκια των ρεικιών όπου πνίγεται ο άνεμος, η ζωή μου και τα παλιά της κουδουνίσματα. Για να αλλάξω, για να δώ, όχι, δεν υπάρχει τίποτα άλλο να δείς, τα έχω δει όλα, μέχρι που τα μάτια μου θόλωσαν, ούτε για να ξεφύγω από το κακό, το κακό έγινε, μια μέρα το κακό έγινε, τη μέρα που τα πόδια μου με τράβηξαν έξω, τα πόδια που πρέπει να πάρουν το δρόμο τους, που τα άφησα να πάρουν το δρόμο τους και με τράβηξαν εδώ, αυτό με έπιασε και ήρθα. Και αυτό που κάνω, υψίστης σημασίας, εισπνοή εκπνοή και λέω, με λόγια από καπνό, δεν μπορώ να φύγω, δεν μπορώ να μείνω, για να δούμε τι θα συμβεί μετά. Και όσον αφορά τις αισθήσεις; Θεέ μου, δεν έχω παράπονο, είναι ο εαυτός του, βέβαια, κάπως κατασιγασμένος, σα να τον έθαψαν στο χιόνι, λιγότερη η θερμότητα, λιγότερη η νύστα, τους ακολουθώ μια χαρά, όλες τις φωνές, όλα τα μέρη, αρκετά καλά, το κρύο με καταβροχθίζει, η υγρασία επίσης, τουλάχιστον έτσι υποθέτω, είμαι μακριά. Όπως και να ‘χει, οι ρευματισμοί μου είναι πλέον μονάχα μια ανάμνηση, δεν με πονάνε περισσότερο απ’ όσο πονούσαν τη μητέρα μου, όταν την πονούσαν. Μάτι αρπακτικό όλο υπομονή στο κάτισχνο πρόσωπο του γύπα, ίσως ήρθε η ώρα των ψοφιμιών. Βρίσκομαι εκεί πάνω και εδώ κάτω, κάτω από την ματιά μου, σωριασμένος, μάτια κλειστά, αυτί κολλημένο στο βύζαγμα της τύρφης, μοιραζόμαστε το ίδιο μυαλό, όλοι μοιραζόμαστε το ίδιο μυαλό, πάντοτε έτσι συνέβαινε, κατά βάθος, εκτιμούμε ο ένας τον άλλο, οικτίρουμε ο ένας τον άλλο, αλλά έτσι έχει το πράγμα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ο ένας για τον άλλο. Ένα πράγμα είναι βέβαιο τουλάχιστον, σε μια ώρα θα είναι πολύ αργά, σε μισή ώρα θα είναι νύχτα, και όμως δεν είναι, δεν είναι βέβαιο, τι δεν είναι βέβαιο, απολύτως βέβαιο, ότι η νύχτα αποτρέπει αυτό που η μέρα επιτρέπει, για αυτούς που ξέρουν τα κόλπα, που έχουν τη θέληση να μάθουν τα κόλπα, και τη δύναμη, τη δύναμη να ξαναπροσπαθήσουν. Ναι, θα είναι νύχτα, η ομίχλη θα διαλυθεί, την ξέρω εγώ την ομίχλη μου, παρόλη την αφηρημάδα μου, ο αέρας θα γίνει φρέσκος και ο νυχτερινός ουρανός θα ανοίξει πάνω από τα βουνά, με τα φώτα του, τις Άρκτους του, για να με οδηγήσει για άλλη μια φορά στο δρόμο μου, ας περιμένουμε τη νύχτα. Τα πάντα μπλέκονται, ο χρόνος και οι χρόνοι, στην αρχή μόλις που είχα βρεθεί εδώ, τώρα είμαι εδώ ακόμα, σύντομα δεν θα είμαι εδώ ακόμα, να προσπαθώ να ανέβω το λόφο, ή στη φτέρη στο δάσος, πεύκο είναι, δεν προσπαθώ να καταλάβω, δεν θα ξαναπροσπαθήσω να καταλάβω, έτσι σκέφτεσαι, για την ώρα βρίσκομαι εδώ, ήμουν εδώ από πάντα και εδώ θα βρίσκομαι για πάντα, δεν θα φοβάμαι πια τις μεγάλες λέξεις, δεν είναι μεγάλες. Δεν θυμάμαι να φτάνω, δεν μπορώ να φύγω, όλη μου η λιγοστή συντροφιά, τα μάτια μου είναι κλειστά και νιώθω την υγρή λάσπη σκληρή πάνω στο μάγουλο μου, πάει το καπέλο μου, δεν μπορεί να απομακρύνθηκε πολύ, ή το παρέσυρε ο άερας, ήμουν πολύ δεμένος μαζί του. Μερικές φορές είναι η θάλασσα, άλλες τα βουνά, συχνά ήταν το δάσος, η πόλη, και η κοιλάδα επίσης, έχω φλερτάρει και με την κοιλάδα, με έχω παρατήσει σαν νεκρό παντού, από πείνα, από γηρατειά, δολοφονημένο, πνιγμένο, ή χωρίς λόγο, από βαρεμάρα, τίποτα καλύτερο απ’ το να παίρνεις την τελευταία σου ανάσα για να γεμίσεις ξανά ζωντάνια, και μετά τα δωμάτια, φυσικός θάνατος, σκεπασμένος στο κρεβάτι, πνιγμένος από τους θεούς του νοικοκυριού, και πάντα μουρμουρίζοντας, τα ίδια παλιά μουρμουρίσματα, τις ίδιες παλιές ιστορίες, τις ίδιες παλιές ερωταπαντήσεις, δεν έχω κακία μέσα μου, ελάχιστη, stultior stultissimo, ποτέ δεν καταράστηκα, δεν είμαι και τόσο ηλίθιος, ή ίσως απλά το έχω ξεχάσει. Ναι, προς το τέλος, πάντα μουρμουρίζοντας, για να με νανουρίζω και να μου κρατάω συντροφιά, και ήμουν πάντα όλος αυτιά, όλος αυτιά για τις παλιές ιστορίες, όπως όταν ο πατέρας μου με έπαιρνε στα γόνατα του και μου διάβαζε αυτή την ιστορία με τον Τζο Μπριμ, ή Μπριν, τον γιο ενός φαροφύλακα, κάθε απόγευμα, για όλο το χειμώνα. Παραμύθι, ήταν ένα παραμύθι για παιδιά, διαδραματιζόταν πάνω σε ένα βράχο, μέσα σε μια καταιγίδα, η μητέρα ήταν νεκρή και οι γλάροι έλκονταν από το φώς, ο Τζο βούτηξε στη θάλασσσα, αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι, με ένα μαχαίρι ανάμεσα στα δόντια, έκανε αυτό που έπρεπε να γίνει και επέστρεψε, αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι αυτό το απόγευμα, είχε χαρούμενο τέλος, ξεκινούσε δυσάρεστα και τελείωνε ευχάριστα, κάθε απόγευμα, μια κωμωδία, για παιδιά. Ναι, ήμουν ο πατέρας μου και ήμουν ο γιός μου, με ρωτούσα πράγματα και απαντούσα όσο καλύτερα μπορούσα, μου τη διηγούμουν κάθε απόγευμα, την ίδια παλιά ιστορία που την ήξερα απέξω και δεν μπορούσα να την πιστέψω, ή περπατούσαμε μαζί, χέρι-χέρι, σιωπηλοί, βυθισμένοι στους κόσμους μας, ο καθένας στους κόσμους του, τα χέρια ξεχασμένα το ένα μέσα στο άλλο. Έτσι άντεξα ως τώρα. Και αυτό το απόγευμα φαίνεται ότι δουλεύει ακόμα, βρίσκομαι στην αγκαλιά μου, με κρατάω στην αγκαλιά μου, χωρίς πολλή τρυφερότητα, αλλά πιστά, πιστά. Κοιμήθείτε τώρα, κάτω από εκείνο το αρχαίο πορτατίφ, κουλουριασμένοι, κουρασμένοι από το να μιλάτε, από το να ακούτε, από τον τόσο κόπο και το πολύ παιχνίδι.