Archive for April, 2014

Mary Karr – Φθίνουσα Θεολογία: Η γέννηση

Posted in Uncategorized on April 14, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Άντεξε κι αυτή όσα κάθε γυναίκα αντέχει
όμως εκείνη την νύχτα, στην έρημο, το βάρος όλης της γης ταλαντευόταν
στην υδρόγειο της κοιλιάς της.
Ίσως είχε γύρω της τα χέρια σφιχτά όπως συχνά κάνουν οι έγγυες
ή οι προσευχόμενοι μοναχοί. Ίσως στην πρώτη σύσφιξη της μήτρας
ένιωσε φευγαλέα αυτό το αστέρι να λάμπει

σαν αιχμή λεπίδας – αλλά δεν βλαστήμησε.
Ύστερα σφάδαζε στο στάβλο και άκουγε
ποδοβολητά θηρίων,
τις ουρές τους να ταλαντεύονται,
και ανάμεσα στους σπασμούς το δέρμα της ερεθιζόταν
μ’ αυτές τις χιλιάδες φαγούρες που στοιχειώνουν
τον ύπνο ενός ζώου που στέκεται.

Όμως μέσα στο σύμπαν της μήτρας, με το κολλώδες υγρό του,
το βρέφος δεν καταλάβαινε
τη φωτιά, που ήταν δική του. (Κανείς δεν την καταλαβαίνει,
αν και τα ονόματα μας, λένε, γράφονται προτού καν
υπάρξουμε.) Βγήκε στον κόσμο, γλοιώδες σαν κάμπια, σπαρταρώντας
κάτω απ’ το βάρος των μελών του

και σπαργανώθηκε, και το μάγουλο του
πρώτη φορά το άγγιξε δάχτυλο
και το κεφάλι έσκυψε, χαλαρό, και το μισάνοιχτο στόμα
βρήκε αυτή την πρώτη πληρότητα – το γάλα της
χύθηκε στο λαιμό του, καθώς αυτός την πλημμύριζε
με την αγνή του ύπαρξη. (Αυτή

θρέφει αυτόν, και αντίστροφα.) Ύστερα τον άφησαν
στο δοχείο με τα σιτηρά. Η μουσούδα ενός ζώου
εξέπνεε ζεστασιά πάνω στα σπάργανα του
μέχρι που ήρθε ο ύπνος και έφερε την πρώτη γουλιά
του θανάτου, αυτή από την οποία θα ξυπνούσε
(όπως όλοι μας)
ουρλιάζοντας.

Wisława Szymborska – Ατλαντίδα

Posted in Uncategorized on April 10, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Έζησαν. Ή δεν έζησαν.
Σε ένα νησί. Ή και όχι.
Ένας ωκεανός ή και όχι ένας ωκεανός
τους κατάπιε ή δεν τους κατάπιε.

Αγάπησε κάποιος κάποιον;
Πολέμησε κάποιος κάποιον;
Τα πάντα συνέβησαν. Ή και όχι.
Εκεί ή κάπου αλλού.

Εφτά πόλεις ορθώνονταν.
Έτσι νομίζουμε.
Και θα έστεκαν εκεί για πάντα.
Υποθέτουμε.

Όχι, τίποτα δεν σχεδίαζαν.
Ναι, κάτι πρέπει να σχεδίαζαν.

Υποθετικές. Αμφισβητήσιμες.
Ξεχασμένες.
Αναπόσπαστες από αέρα,
φωτιά, νερό ή γη.

Αχώρετες σε μια πέτρα
ή σε μια στάλα βροχής.
Ακατάλληλες προς χρήση σοβαρή
ως ηθικό δίδαγμα μιας ιστορίας.

Ένας μετεωρίτης έπεσε.
Όχι ένας μετεωρίτης.
Ένα ηφαίστειο εξερράγη.
Όχι ένα ηφαίστειο.
Κάποιος κάλεσε κάτι.
Τίποτα δεν κλήθηκε.

Σε αυτή την Ατλαντίδα. Μέσες-άκρες.

Ισαάκ Μπάμπελ – Ο Μπαγκράτ-Όγκλι και τα μάτια του ταύρου του

Posted in Uncategorized on April 8, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Είδα έναν ταύρο απαράμιλλης ομορφιάς ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου.
Ένα αγόρι ήταν σκυμμένο από πάνω του και έκλαιγε.
“Αυτό το αγόρι είναι ο Μπαγκράτ-Όγκλι,” είπε ένας γητευτής φιδιών, που έτρωγε το πενιχρό του πρωινό εκεί παραδίπλα. “Μπαγκράτ-Όγκλι, γιος του Καζίμ.”
“Είναι εξαίσιος, σαν τα δώδεκα φεγγάρια,” είπα.
“Ο σμαραγδένιος μανδύας του Προφήτη ποτέ δεν θα καλύψει την ανυπόταχτη γενιάδα του Καζίμ,” είπε ο γητευτής φιδιών. “Ένας τραμπούκος ήταν, που άφησε στο γιό του μονάχα μια φτωχοκαλύβα, τις παχουλές γυναίκες του, και έναν ταύρο που όμοιος του δεν υπάρχει. Όμως ο Αλλάχ είναι μεγάλος!”
Αλλάχ ιλ’ Αλλάχ!” είπα.
“Ο Αλλάχ είναι μεγάλος,” επανέλαβε, σπρώχνοντας το καλάθι του, που ήταν γεμάτο φίδια.
“Ο ταύρος μεγάλωσε και έγινε ο πιο δυνατός ταύρος της Ανατολίας. Ένας γείτονας, ο Μεμέντ-Καν, άρρωστος από ζήλεια, ευνούχισε τον ταύρο εχτές το βράδυ. Τώρα κανείς δεν θα ξαναφέρει τις αγελάδες του στον Μπαγκράτ-Όγκλι για να τις αφήσει έγγυες. Τώρα κανείς δεν θα ξαναπληρώσει τον Μπαγκράτ-Όγκλι εκατό γρόσια για την αγάπη του ταύρου του. Πλέον ο Μπαγκράτ-Όγκλι είναι ένας φτωχός. Κλαίει με λυγμούς στην άκρη του δρόμου.”
Η ησυχία των βουνών ξεδίπλωσε πάνω μας τα βιολετιά της πανιά. Τα χιόνια έλαμπαν στις κορφές. Αίμα κυλούσε από τα πόδια του ακρωτηριασμένου ταύρου και λίμναζε στο γρασίδι. Κι εγώ, ακούγοντας τον ταύρο να βογγάει, βλέποντας στα μάτια του το θάνατο του αλλά και τον δικό μου θάνατο, έπεσα στο έδαφος, και ο πόνος μου δεν είχε όρια.
“Ταξιδιώτη!” φώναξε τότε το αγόρι, που το πρόσωπο του ήταν ρόδινο σαν την αυγή. “Τρέμεις, και βγάζεις αφρούς από το στόμα. Μια μαύρη αρρώστια σε βασανίζει με τα σκοινιά των σπασμών της.”
“Μπαγκράτ-Όγκλι!” του απάντησα, βουτηγμένος στην εξάντληση. “Στα μάτια του ταύρου είδα την αντανάκλαση της ακοίμητης μοχθηρίας των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν αυτού του κόσμου. Στα υγρά βάθη των ματιών του είδα καθρέφτες όπου καίνε οι άγριες πράσινες φλόγες της προδοσίας των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν αυτού του κόσμου. Στα μάτια του ακρωτηριασμένου ταύρου είδα την νιότη μου, μαραμένη και διαλυμένη, είδα την ακμή της ζωής μου να προσπαθεί να περάσει μέσα από τα αγκάθια της αδιαφορίας. Τις ερήμους της Συρίας, της Αραβίας και του Κουρδιστάν, που τρείς φορές τις έχω αντικρύσει, είδα στα μάτια του ταύρου σου, ω Μπαγκράτ-Όγκλι, και η επίπεδη τους άμμος δε μου αφήνει καμία ελπίδα. Το μίσος ολάκερου του κόσμου έχει διαπεράσει τις κόγχες του ταύρου σου. Τρέχα να ξεφύγεις από την κακία των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν, ω Μπαγκράτ-Όγκλι, και είθε ο γερό-γητευτής να ζωστεί το καλάθι με τους πύθωνες του και να ξεφύγει μαζί σου!”

Κι έτσι, γεμίζοντας τα λαγκάδια με τα βογκητά μου, σηκώθηκα όρθιος. Ήπια το άρωμα του ευκάλυπτου και άρχισα το περπάτημα. Η αυγή, πολυκέφαλη, ξεπρόβαλε σαν χίλιοι κύκνοι πίσω από τα βουνά. Τα ατσάλινα νερά του λιμανιού της Τραπεζούντας έλαμπαν στον ορίζοντα, και είδα τη θάλασσα και τα κίτρινα καταστρώματα των φελούκων. Ολοζώντανο γρασίδι ξεχυνόταν μέσα από τα ερείπια ενός Βυζαντινού τείχους. Τα παζάρια της Τραπεζούντας και τα χαλιά της Τραπεζούντας υψώνονταν μπροστά μου. Σε μια διασταύρωση, σε ένα δρόμο έξω από την πόλη, συνάντησα έναν νεαρό ορεσίβιο. Στο προτεταμένο του χέρι καθόταν ένα γεράκι, αλυσοδεμένο στο ένα του πόδι. Ο ορεσίβιος περπατούσε με βάδισμα ελαφρύ. Ο ήλιος απλωνόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Και μια ξαφνική γαλήνη ξεχύθηκε στην περιπλανώμενη ψυχή μου.