Ισαάκ Μπάμπελ – Ο Μπαγκράτ-Όγκλι και τα μάτια του ταύρου του

(μτφ. δική μου)

Είδα έναν ταύρο απαράμιλλης ομορφιάς ξαπλωμένο στην άκρη του δρόμου.
Ένα αγόρι ήταν σκυμμένο από πάνω του και έκλαιγε.
“Αυτό το αγόρι είναι ο Μπαγκράτ-Όγκλι,” είπε ένας γητευτής φιδιών, που έτρωγε το πενιχρό του πρωινό εκεί παραδίπλα. “Μπαγκράτ-Όγκλι, γιος του Καζίμ.”
“Είναι εξαίσιος, σαν τα δώδεκα φεγγάρια,” είπα.
“Ο σμαραγδένιος μανδύας του Προφήτη ποτέ δεν θα καλύψει την ανυπόταχτη γενιάδα του Καζίμ,” είπε ο γητευτής φιδιών. “Ένας τραμπούκος ήταν, που άφησε στο γιό του μονάχα μια φτωχοκαλύβα, τις παχουλές γυναίκες του, και έναν ταύρο που όμοιος του δεν υπάρχει. Όμως ο Αλλάχ είναι μεγάλος!”
Αλλάχ ιλ’ Αλλάχ!” είπα.
“Ο Αλλάχ είναι μεγάλος,” επανέλαβε, σπρώχνοντας το καλάθι του, που ήταν γεμάτο φίδια.
“Ο ταύρος μεγάλωσε και έγινε ο πιο δυνατός ταύρος της Ανατολίας. Ένας γείτονας, ο Μεμέντ-Καν, άρρωστος από ζήλεια, ευνούχισε τον ταύρο εχτές το βράδυ. Τώρα κανείς δεν θα ξαναφέρει τις αγελάδες του στον Μπαγκράτ-Όγκλι για να τις αφήσει έγγυες. Τώρα κανείς δεν θα ξαναπληρώσει τον Μπαγκράτ-Όγκλι εκατό γρόσια για την αγάπη του ταύρου του. Πλέον ο Μπαγκράτ-Όγκλι είναι ένας φτωχός. Κλαίει με λυγμούς στην άκρη του δρόμου.”
Η ησυχία των βουνών ξεδίπλωσε πάνω μας τα βιολετιά της πανιά. Τα χιόνια έλαμπαν στις κορφές. Αίμα κυλούσε από τα πόδια του ακρωτηριασμένου ταύρου και λίμναζε στο γρασίδι. Κι εγώ, ακούγοντας τον ταύρο να βογγάει, βλέποντας στα μάτια του το θάνατο του αλλά και τον δικό μου θάνατο, έπεσα στο έδαφος, και ο πόνος μου δεν είχε όρια.
“Ταξιδιώτη!” φώναξε τότε το αγόρι, που το πρόσωπο του ήταν ρόδινο σαν την αυγή. “Τρέμεις, και βγάζεις αφρούς από το στόμα. Μια μαύρη αρρώστια σε βασανίζει με τα σκοινιά των σπασμών της.”
“Μπαγκράτ-Όγκλι!” του απάντησα, βουτηγμένος στην εξάντληση. “Στα μάτια του ταύρου είδα την αντανάκλαση της ακοίμητης μοχθηρίας των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν αυτού του κόσμου. Στα υγρά βάθη των ματιών του είδα καθρέφτες όπου καίνε οι άγριες πράσινες φλόγες της προδοσίας των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν αυτού του κόσμου. Στα μάτια του ακρωτηριασμένου ταύρου είδα την νιότη μου, μαραμένη και διαλυμένη, είδα την ακμή της ζωής μου να προσπαθεί να περάσει μέσα από τα αγκάθια της αδιαφορίας. Τις ερήμους της Συρίας, της Αραβίας και του Κουρδιστάν, που τρείς φορές τις έχω αντικρύσει, είδα στα μάτια του ταύρου σου, ω Μπαγκράτ-Όγκλι, και η επίπεδη τους άμμος δε μου αφήνει καμία ελπίδα. Το μίσος ολάκερου του κόσμου έχει διαπεράσει τις κόγχες του ταύρου σου. Τρέχα να ξεφύγεις από την κακία των γειτόνων μας, των Μεμέντ-Καν, ω Μπαγκράτ-Όγκλι, και είθε ο γερό-γητευτής να ζωστεί το καλάθι με τους πύθωνες του και να ξεφύγει μαζί σου!”

Κι έτσι, γεμίζοντας τα λαγκάδια με τα βογκητά μου, σηκώθηκα όρθιος. Ήπια το άρωμα του ευκάλυπτου και άρχισα το περπάτημα. Η αυγή, πολυκέφαλη, ξεπρόβαλε σαν χίλιοι κύκνοι πίσω από τα βουνά. Τα ατσάλινα νερά του λιμανιού της Τραπεζούντας έλαμπαν στον ορίζοντα, και είδα τη θάλασσα και τα κίτρινα καταστρώματα των φελούκων. Ολοζώντανο γρασίδι ξεχυνόταν μέσα από τα ερείπια ενός Βυζαντινού τείχους. Τα παζάρια της Τραπεζούντας και τα χαλιά της Τραπεζούντας υψώνονταν μπροστά μου. Σε μια διασταύρωση, σε ένα δρόμο έξω από την πόλη, συνάντησα έναν νεαρό ορεσίβιο. Στο προτεταμένο του χέρι καθόταν ένα γεράκι, αλυσοδεμένο στο ένα του πόδι. Ο ορεσίβιος περπατούσε με βάδισμα ελαφρύ. Ο ήλιος απλωνόταν πάνω από τα κεφάλια μας. Και μια ξαφνική γαλήνη ξεχύθηκε στην περιπλανώμενη ψυχή μου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: