Archive for July, 2014

Nicole Brossard – Όμορφη κινείται η Ηχώ

Posted in Uncategorized on July 16, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

ουδέτερος ο κόσμος με αγκαλιάζει ουδέτερος
με αστραπές αντιφάσεων
γυμνός κι έρημος κι όμως αναπνέει
το γνωρίζω από το ρυθμό που πλέκει μέσα του

*

το μηδέν κι ο χρόνος σαλεύουν από τον άστατο
ρυθμό ενός ακτινοβόλου στόματος
η ζεστή ανάσα χώνεται στο σκληρό
δίσκο ενός κόσμου ολόδικου μου
οι ηλεκτρονικές αλήθειες χάνονται στην υπερβολή
που σφυροκοπάει τις εύθραυστες εικόνες
ο καθρέφτης φουσκώνει αδιάκοπα
κάθε σιωπηλό μέτρημα λιμνάζει κατευθείαν στην κοιλιά

*

η πλάτη μονάχα κυρτώνει με ακούς από ‘κει πίσω
να ψιθυρίζω επιθυμία να κρατάω την ανάσα μου
για να φτάσω πίσω σου
οι πυρακτωμένοι σου μύες με προσμένουν
εδώ στο εύκρατο κλίμα που δε μετριέται που δε χορταίνει
δάκρυα ηλεκτρικά αφόρητη ομορφιά της σαγήνης που ανοίγεται
μέσα στην ηδονή

*

στο όριο του ρυθμού κρατάω
αυτή τη γήινη ισορροπία όπου από θέατρο σκιών
μεταμορφώνομαι σε ύπουλη σκιά: χαμηλώνω
κυρτωμένη σιλουέτα κάτω από τη μελαγχολική λάμπα

*

ένα συντριβάνι-φάντασμα κρυμμένο και η ομίχλη χαϊδεύει
με δάχτυλο τεντωμένο το χείλος ανάμεσα στους τοίχους κι εγώ ρωτάω
τιώραείναι και την ίδια στιγμή σ’ αυτό εδώ το μέρος
έξω πάνω στο τζάμι μηδενισμένος στριφογυρίζει ο κύκλος
ακτινοβόλο κεφάλι πώς

*

βιτρίνες καταστημάτων αρπάζουν τη μεθυσμένη φήμη
τα βλέμματα διασταυρώνονται πάνω στο παιχνίδι
ξεγλιστράς το όνειρο σου μέσα από το αλκοόλ
απ’τον ουρανό μέχρι τη βαριά νύχτα το ξυπνητήρι ταράζει
κάτι μέσα σου σκοτεινιάζει αιωρείται αναπηδά το αίμα

*
εκεί να ψάξεις η απόσταση εξαρτάται κοίτα προσεκτικά
παρόλαυτά προσπάθησε να αγγίξεις τον τοίχο
ή το άπληστο κενό που
– η σύνδεση δεν είναι εφικτή – που
σε τραβάει μέσα του

εκτός κι αν ανακαλύψεις σύμφωνα με το
βήμα σου καθώς περνάς πλάι της
την άγρια ρίζα αναρωτιέμαι
αν και η ρίζα δεν έχει οσμή και ίσως όλα είναι μπερδεμένα

*

ναι τόσο καθαρός καιρός ανάμεσα στα βλέφαρα γιατί άραγε
τόσες γραμμές τόσα επεισόδια σήμερα
δύσκολο παρόλη τη γαλήνη του να ζείς
δίχως μνήμη να μαντεύεις το μηδέν μέσα στο λευκό
να ζωγραφίζεις το γρίφο την υπερβολική λέξη
να μικραίνεις τα γράμματα και ταυτόχρονα να παίζεις
μέσα σε ένα κόκκινο σιδερένιο μέσα σε μια σουίτα εξαιρετική

*

άκου τώρα ήρεμη το φλοιό που ραγίζει
το φλοιό που μούλιασες με λάδι ή σαπούνι
νύχια δόντια κρανίο ψιθυρίζουν την
ηχώ τους με κάθε κόστος καθώς
εισβάλει μέσα σου ο ήχος της σκιάς

ο ήχος των φτερών τους

Posted in Uncategorized on July 11, 2014 by little percussionist derrida

Περπατάμε αγκαζέ με τη Ρεγκίνα και τον Αρχένις σε ένα στενό στην Πλάκα. Είναι θεοσκότεινα, έχει κρύο, δεν είμαι ντυμένος αρκετά ζεστά, ζηλεύω τα πέτσινα μπουφάν τους. Ο Αρχένις μιλάει για την πόλη όπου μένει στο Μεξικό, μας λέει μια ιστορία για έναν ιδιοκτήτη συνεργείου όπου συνήθιζαν να αράζουν ο Aρχένις με τους φίλους του τα βράδια και να παίζουν χαρτιά και να πίνουν μπύρες και να ακούνε τις ιστορίες του τύπου, μέχρι που μια νύχτα ήρθε ένα κοντό χλωμό λιπόσαρκο αγόρι, αγνόησε τελείως τους υπόλοιπους, κοίταξε τον τύπο και του είπε είμαι ο γιός σου και αύριο θα σε σκοτώσω, και έφυγε, και όλοι τότε άρχισαν να τον ρωτάνε αν όντως είχε γιο, και γιατί ήθελε να τον σκοτώσει, και αυτός έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα μέχρι που τελικά έβαλε τα κλάμματα και είπε Δεν έχω, δεν έχω, γιατί αν έχω θα μείνει ορφανός, και εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανένας τους, έμειναν στο συνεργείο μιλώντας με ενθουσιασμό και με φόβο, λέγοντας μερικά τραγούδια και αποτελειώνοντας ό,τι μπύρα είχε μείνει, και τα ξημερώματα το αγόρι επέστρεψε, στάθηκε με τον ίδιο τρόπο απέναντι τους, πυροβόλησε τον ιδιοκτήτη του συνεργείου στο μάτι και έφυγε.
Ρώτησα τον Αρχένις γιατί δεν εμπόδισε κανείς το αγόρι και αυτός έκανε σαν να μην καταλαβαίνει την ερώτηση μου. Όλη εκείνη την ώρα πηγαίναμε στην τύχη και μου φαινόταν ότι τα δρομάκια της Πλάκας στένευαν ολοένα και περισσότερο αλλά δεν είπα τίποτα.
Η Ρεγκίνα άρχισε να λέει κι εκείνη μια ιστορία, τη θυμήθηκα συνειρμικά είπε, για ένα χωριό έξω από μια πόλη που είχε επισκεφτεί, ένα χωριό όπου γινόταν ένα γλέντι και εκείνη είχε καταλήξει εκεί με ανθρώπους που δεν ήξερε καλά, και κατά τη διάρκεια της νύχτας έπινε πολύ γιατί δεν καταλάβαινε καλά τη γλώσσα των ανθρώπων με τους οποίους είχε πάει, και κάποια στιγμή ένας νεαρός του χωριού ήρθε και είπε κάτι σε έναν πενηντάρη από την παρέα της, του είπε κάτι που στη Ρεγκίνα ακούστηκε σαν Τα μπάσταρδα τα ξεχνάμε ε; αλλά θα μπορούσε και να έχει αποκαλέσει τον πενηντάρη μπάσταρδο, δεν ήταν σίγουρη, η μουσική παραήταν δυνατή και η Ρεγκίνα είχε ζαλιστεί από το κρασί, και ο πενηντάρης σηκώθηκε τρεκλίζοντας, και άνοιξε το πουκάμισο του, και φώναξε Αφού είναι έτσι χτύπα αλλά σαν να μην πίστευε στ’ αλήθεια ότι θα τον χτυπήσει, και τότε ο νεαρός έβγαλε ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και του το έμπηξε στην κοιλιά, και η Ρεγκίνα μας είπε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει την πληγή στο στομάχι, από τη στιγμή της μαχαιριάς μέχρι τη διαδρομή με το αυτοκίνητο στο νοσοκομείο δε μπορούσε να μη την κοιτάζει, ακόμα και όταν έπρεπε να κοιτάζει μπροστά γυρνούσε πίσω και έκλεβε ματιές, λίγο ντροπιασμένη και χωρίς να καταλαβαίνει και η ίδια γιατί, και τελικά ο πενηντάρης τη γλίτωσε αλλά όταν τον ρώτησε η Ρεγκίνα, λίγο πριν φύγει από την πόλη, τι του είχε πει τελικά ο νεαρός, εκείνος δεν της απάντησε.
Μείναμε σιωπηλοί για λίγο και φτάσαμε σε ένα στενό με αδιέξοδο και εγώ τότε είπα, δεν ξέρω γιατί, ότι θα ήθελα να ξέρω να καταπίνω μαχαίρια, όπως κάνουν στο τσίρκο, και δεν περίμενα να μου απαντήσουν ή να το σχολιάσουν, όμως έτσι όπως ήμασταν αγκαζέ ένιωσα τα χέρια τους να σφίγγουν πάνω στα δικά μου και τα σώματα τους να με πιέζουν ανάμεσα τους, και η Ρεγκίνα είπε μα ξέρεις, εγώ αρχικά πανικοβλήθηκα και προσπάθησα να τους ξεφύγω αλλά με συγκράτησαν, με κράτησαν λίγο έτσι χαϊδεύοντας μου το λαιμό και το σώμα μου λύθηκε, ο Αρχένις μου είπε γονάτισε και υπάκουσα, γονάτισε κι αυτός πλάι μου, μου έκλεισε τα μάτια με την παλάμη του και άρχισε να με φιλάει στο στόμα, και όσο με φιλούσε ένιωσα κάτι να παρεμβαίνει ανάμεσα στα χείλη μας και να χώνεται στο στόμα μου, μια λεπίδα που υπέθεσα ότι την κρατούσε η Ρεγκίνα, και άνοιξα το στόμα μου όσο πιο πολύ μπορούσα και η λεπίδα χάιδεψε τη γλώσσα μου, σκέφτηκα ότι ή θα πνιγώ ή θα ξεράσω αλλά τίποτα από τα δύο δεν έγινε, η λεπίδα γλίστρησε εύκολα μέχρι μέσα, και σκέφτηκα, δεν ξέρω γιατί, ότι ο Αρχένις και η Ρεγκίνα με τιμωρούσαν, ότι εκείνοι ήταν οι πρωταγωνιστές των ιστοριών τους και όχι οι παρατηρητές και μου το είχαν κρύψει, ότι εγώ δεν είχα και δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω καμιά παρόμοια ιστορία να μοιραστώ μαζί τους και γι’ αυτό με τιμωρούσαν, ένιωσα χέρια να σκουπίζουν τον ιδρώτα από το μέτωπο μου, τη λεπίδα να γλιστράει πιο βαθιά, τις φωνές τους να μου ψιθυρίζουν τρυφερότητες, σσσς, όλα θα πάνε καλά, ησύχασε, και τότε πια ήμουν σίγουρος ότι κάτι θα πάει στραβά και άρχισα να βήχω, γούρλωσα τα μάτια και άρχισα να βήχω, όμως η Ρεγκίνα δεν έβγαλε τη λεπίδα, σα να ήξερε ακριβώς τι κινήσεις γίνονταν στο εσωτερικό του λαρυγγιού μου την κουνούσε έτσι ώστε με κάθε σύσπαση να μη πληγώνομαι, και μου έλεγε μπράβο, βήξε, ο Αρχένις μου χάιδευε το σβέρκο, και κάποια στιγμή σταμάτησα να βήχω, η Ρεγκίνα τράβηξε τη λεπίδα, κι εγώ σήκωσα το κεφάλι μου και τους κοίταξα.

Μου χαμογελούσαν χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, αυτό ήταν το πιο οδυνηρό, να μην καταλαβαίνω την έκφραση τους, που φαινόταν να μου λέει μην προσπαθείς να καταλάβεις, αλλά δεν έκλαψα, όπως ήθελα να κάνω, ούτε έτρεξα, όπως ήθελα να κάνω, αντίθετα έγειρα το κεφάλι μου στους ώμους τους, το συνθετικό δέρμα ήταν τόσο ανακουφιστικό στο μάγουλο μου, και με αγκάλιασαν και εκείνοι, και προσπάθησα να φανταστώ ότι είχαν σταματήσει να χαμογελάνε αν και ήξερα ότι δεν ήταν αλήθεια.

Alex Dimitrov – Ένα αμερικάνικο καλοκαίρι

Posted in Uncategorized on July 9, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Πώς αλλιώς μπορούμε πια να φτιαχτούμε
σ’ αυτό τον πλανήτη,
έγραφε ο Γκίνσμπεργκ στο ημερολόγιο του.
Η Αυγουστιάτικη νύχτα ανοίγει σαν πληγή.
Όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψα με μαύρες κλωστές
για σένα – πλέον τις διηγούμαι σε ταρίφες
και τους αφήνω να μου πουν το τέλος.
Κοιμήθηκα στη γωνία 15ης και Ίρβινγκ
και το πεζοδρόμιο δεν έχει χώρο για θλίψη.
Στην ακατανόητη γλώσσα του πάρκου,
δύο αγόρια, σαν λάθη,
γυρίζουν ένα τσιγάρο.
Προσπαθούν να ξεχάσουν το καλοκαίρι,
αλλά ξεχνάνε ο ένας τον άλλο.
Κάπου, σε ένα τρένο, η αγάπη καθυστερεί.
Ο υπόνομος γεμίζει με κάποιου το γκλίτερ
και είναι βαρετό αλλά όμορφο
που το γκλίτερ έχει μόνο ένα σκοπό.
Γιατί ζήτησα, αν ζήτησα
να βρεθώ εδώ – έχω ξεχάσει.

Anne Sexton – Ξανά και ξανά και ξανά

Posted in Uncategorized on July 3, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Θα επιστρέψει ο θυμός, μου είπες
όπως επέστρεψε και η αγάπη.

Έχω μια σκοτεινή όψη, που δεν
μου αρέσει. Τη φοράω σα μάσκα.
Προς τα μέρη της αποδημώ και ο βάτραχος της
κάθεται στα χείλη μου και αφοδεύει.
Είναι γέρος. Είναι πένης.
Προσπαθώ τη δίαιτα του να την τηρώ.
Δεν τον ταΐζω
με ό,τι μέσα μου καίει.

Έχω και μια καλή όψη – τη φοράω
σα θρόμβο. Την έραψα
πάνω από το αριστερό μου στήθος.
Αυτή μονάχα με απασχολεί.
Μέσα της κατοικεί ο πόθος.
Εσένα και το παιδί σου
σας έχω καθίσει πάνω στη ρώγα.

Είναι δολοφονική η σκοτεινιά
και η ρώγα ξεχειλίζει
και η κάθε μηχανή βουίζει
και θα σε φιλήσω όταν πια
μια ντουζίνα άντρες θα έχω σκίσει
απ’ το στομάχι ως τ’ αυτιά
και εσύ λιγουλάκι θα πεθαίνεις
ξανά και ξανά και ξανά.

Alex Dimitrov – Σκοτώστε τους εραστές σας

Posted in Uncategorized on July 2, 2014 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Αρχικά, φορέστε τα ρούχα που παράτησαν σπίτι σας,
μια νύχτα που πια δε τη θυμάστε,
έτσι ώστε αυτός που βλέπουν να φεύγει
να είναι ο εαυτός τους.
Πάντοτε να τους κοιτάτε
με πολύτιμη παραίτηση
λίγο πιο κάτω από τα χείλη τους.
Ό,τι τραγούδι κι αν βάλετε να παίζει,
να το βάζετε στο repeat.
Και αν σας ρωτήσουν, “Γιατί το έβαλες αυτό;”
πείτε τους “ο Μπράντο (ή ο Μόρισον)
άκουγε αυτό το τραγούδι όταν πέθανε” –
πείτε το σαν να μην σας νοιάζει τι θα σκεφτούν.
Σκοτώστε τους εραστές σας, αγόρια.
Στον κινηματογράφο ή στον πάγκο του μπαρ,
στο πρώτο σας ραντεβού, στο δωμάτιο σας.
Σκοτώστε τους εραστές σας – σκοτώστε τους εραστές σας, κορίτσια.
Όταν πάνε να σας φιλήσουν, λίγο πριν πουν
“Θα χύσω”, προτού προλάβουν να ξεχάσουν
να σας νοσταλγήσουν.
Όταν σας λένε γλύκες,
όταν ζητάνε να σας ξαναδούν.
Γιατί να μην σκοτώσετε
αυτό που είναι δικό σας;
Γιατί να μη γίνει θανατηφόρο
αυτό το παιχνίδι;
Ο έρωτας του έρωτα.
Ξεριζώνεται μια καρδιά
και η τρύπα με διάφανο τίποτα θα γεμίσει.
Πρέπει να σκοτώσετε τους εραστές σας.
Να σκοτώσετε αυτό που θέλει,
σαν το θάνατο, να σας κρατήσει.