ο ήχος των φτερών τους

Περπατάμε αγκαζέ με τη Ρεγκίνα και τον Αρχένις σε ένα στενό στην Πλάκα. Είναι θεοσκότεινα, έχει κρύο, δεν είμαι ντυμένος αρκετά ζεστά, ζηλεύω τα πέτσινα μπουφάν τους. Ο Αρχένις μιλάει για την πόλη όπου μένει στο Μεξικό, μας λέει μια ιστορία για έναν ιδιοκτήτη συνεργείου όπου συνήθιζαν να αράζουν ο Aρχένις με τους φίλους του τα βράδια και να παίζουν χαρτιά και να πίνουν μπύρες και να ακούνε τις ιστορίες του τύπου, μέχρι που μια νύχτα ήρθε ένα κοντό χλωμό λιπόσαρκο αγόρι, αγνόησε τελείως τους υπόλοιπους, κοίταξε τον τύπο και του είπε είμαι ο γιός σου και αύριο θα σε σκοτώσω, και έφυγε, και όλοι τότε άρχισαν να τον ρωτάνε αν όντως είχε γιο, και γιατί ήθελε να τον σκοτώσει, και αυτός έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα μέχρι που τελικά έβαλε τα κλάμματα και είπε Δεν έχω, δεν έχω, γιατί αν έχω θα μείνει ορφανός, και εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε κανένας τους, έμειναν στο συνεργείο μιλώντας με ενθουσιασμό και με φόβο, λέγοντας μερικά τραγούδια και αποτελειώνοντας ό,τι μπύρα είχε μείνει, και τα ξημερώματα το αγόρι επέστρεψε, στάθηκε με τον ίδιο τρόπο απέναντι τους, πυροβόλησε τον ιδιοκτήτη του συνεργείου στο μάτι και έφυγε.
Ρώτησα τον Αρχένις γιατί δεν εμπόδισε κανείς το αγόρι και αυτός έκανε σαν να μην καταλαβαίνει την ερώτηση μου. Όλη εκείνη την ώρα πηγαίναμε στην τύχη και μου φαινόταν ότι τα δρομάκια της Πλάκας στένευαν ολοένα και περισσότερο αλλά δεν είπα τίποτα.
Η Ρεγκίνα άρχισε να λέει κι εκείνη μια ιστορία, τη θυμήθηκα συνειρμικά είπε, για ένα χωριό έξω από μια πόλη που είχε επισκεφτεί, ένα χωριό όπου γινόταν ένα γλέντι και εκείνη είχε καταλήξει εκεί με ανθρώπους που δεν ήξερε καλά, και κατά τη διάρκεια της νύχτας έπινε πολύ γιατί δεν καταλάβαινε καλά τη γλώσσα των ανθρώπων με τους οποίους είχε πάει, και κάποια στιγμή ένας νεαρός του χωριού ήρθε και είπε κάτι σε έναν πενηντάρη από την παρέα της, του είπε κάτι που στη Ρεγκίνα ακούστηκε σαν Τα μπάσταρδα τα ξεχνάμε ε; αλλά θα μπορούσε και να έχει αποκαλέσει τον πενηντάρη μπάσταρδο, δεν ήταν σίγουρη, η μουσική παραήταν δυνατή και η Ρεγκίνα είχε ζαλιστεί από το κρασί, και ο πενηντάρης σηκώθηκε τρεκλίζοντας, και άνοιξε το πουκάμισο του, και φώναξε Αφού είναι έτσι χτύπα αλλά σαν να μην πίστευε στ’ αλήθεια ότι θα τον χτυπήσει, και τότε ο νεαρός έβγαλε ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και του το έμπηξε στην κοιλιά, και η Ρεγκίνα μας είπε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να κοιτάζει την πληγή στο στομάχι, από τη στιγμή της μαχαιριάς μέχρι τη διαδρομή με το αυτοκίνητο στο νοσοκομείο δε μπορούσε να μη την κοιτάζει, ακόμα και όταν έπρεπε να κοιτάζει μπροστά γυρνούσε πίσω και έκλεβε ματιές, λίγο ντροπιασμένη και χωρίς να καταλαβαίνει και η ίδια γιατί, και τελικά ο πενηντάρης τη γλίτωσε αλλά όταν τον ρώτησε η Ρεγκίνα, λίγο πριν φύγει από την πόλη, τι του είχε πει τελικά ο νεαρός, εκείνος δεν της απάντησε.
Μείναμε σιωπηλοί για λίγο και φτάσαμε σε ένα στενό με αδιέξοδο και εγώ τότε είπα, δεν ξέρω γιατί, ότι θα ήθελα να ξέρω να καταπίνω μαχαίρια, όπως κάνουν στο τσίρκο, και δεν περίμενα να μου απαντήσουν ή να το σχολιάσουν, όμως έτσι όπως ήμασταν αγκαζέ ένιωσα τα χέρια τους να σφίγγουν πάνω στα δικά μου και τα σώματα τους να με πιέζουν ανάμεσα τους, και η Ρεγκίνα είπε μα ξέρεις, εγώ αρχικά πανικοβλήθηκα και προσπάθησα να τους ξεφύγω αλλά με συγκράτησαν, με κράτησαν λίγο έτσι χαϊδεύοντας μου το λαιμό και το σώμα μου λύθηκε, ο Αρχένις μου είπε γονάτισε και υπάκουσα, γονάτισε κι αυτός πλάι μου, μου έκλεισε τα μάτια με την παλάμη του και άρχισε να με φιλάει στο στόμα, και όσο με φιλούσε ένιωσα κάτι να παρεμβαίνει ανάμεσα στα χείλη μας και να χώνεται στο στόμα μου, μια λεπίδα που υπέθεσα ότι την κρατούσε η Ρεγκίνα, και άνοιξα το στόμα μου όσο πιο πολύ μπορούσα και η λεπίδα χάιδεψε τη γλώσσα μου, σκέφτηκα ότι ή θα πνιγώ ή θα ξεράσω αλλά τίποτα από τα δύο δεν έγινε, η λεπίδα γλίστρησε εύκολα μέχρι μέσα, και σκέφτηκα, δεν ξέρω γιατί, ότι ο Αρχένις και η Ρεγκίνα με τιμωρούσαν, ότι εκείνοι ήταν οι πρωταγωνιστές των ιστοριών τους και όχι οι παρατηρητές και μου το είχαν κρύψει, ότι εγώ δεν είχα και δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω καμιά παρόμοια ιστορία να μοιραστώ μαζί τους και γι’ αυτό με τιμωρούσαν, ένιωσα χέρια να σκουπίζουν τον ιδρώτα από το μέτωπο μου, τη λεπίδα να γλιστράει πιο βαθιά, τις φωνές τους να μου ψιθυρίζουν τρυφερότητες, σσσς, όλα θα πάνε καλά, ησύχασε, και τότε πια ήμουν σίγουρος ότι κάτι θα πάει στραβά και άρχισα να βήχω, γούρλωσα τα μάτια και άρχισα να βήχω, όμως η Ρεγκίνα δεν έβγαλε τη λεπίδα, σα να ήξερε ακριβώς τι κινήσεις γίνονταν στο εσωτερικό του λαρυγγιού μου την κουνούσε έτσι ώστε με κάθε σύσπαση να μη πληγώνομαι, και μου έλεγε μπράβο, βήξε, ο Αρχένις μου χάιδευε το σβέρκο, και κάποια στιγμή σταμάτησα να βήχω, η Ρεγκίνα τράβηξε τη λεπίδα, κι εγώ σήκωσα το κεφάλι μου και τους κοίταξα.

Μου χαμογελούσαν χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, αυτό ήταν το πιο οδυνηρό, να μην καταλαβαίνω την έκφραση τους, που φαινόταν να μου λέει μην προσπαθείς να καταλάβεις, αλλά δεν έκλαψα, όπως ήθελα να κάνω, ούτε έτρεξα, όπως ήθελα να κάνω, αντίθετα έγειρα το κεφάλι μου στους ώμους τους, το συνθετικό δέρμα ήταν τόσο ανακουφιστικό στο μάγουλο μου, και με αγκάλιασαν και εκείνοι, και προσπάθησα να φανταστώ ότι είχαν σταματήσει να χαμογελάνε αν και ήξερα ότι δεν ήταν αλήθεια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: