~2

#2

μικρό μικρό κοντό παιδάκι στην αίθουσα του σιδηροδρομικού. ΟΣΕ είναι το όνομα ενός μεγάλου γυαλιστερού εντόμου που τεντώνει τα λεπτά ξυραφένια του πόδια από πάνω σου και αφρίζει από τα μεγάφωνα, κλικ κλακ κλικ, μια προειδοποίηση που όλοι καταλαβαίνουν εκτός από σένα. το δωμάτιο τεντώνεται, το φώς είναι άσπρο και καυτό, κοιτάς τα πόδια σου και τις σκιές της μαμάς και του μπαμπά που σε τραβάνε απ’το χέρι μέσα από θολούς συνεπιβάτες, κάτω από τις χειρουργικές λάμπες του βαγονιού, και σε καθίζουν στο μαλακό μπλέ.
κάθονται μπροστά σου και τις επόμενες ώρες, που ο ύπνος μια σου χαϊδεύει το μέτωπο και μια ξεκολλάει από πάνω σου απότομα σα βδέλλα, η μαμά και ο μπαμπάς σε κοιτάνε εναλλάξ από τη σχισμή μεταξύ των καθισμάτων και σου χαμογελάνε ή σου κλείνουν το μάτι και μετά συνεχίζουν την κουβέντα τους.
ένα σύμπαν μόνοι τους, κρυστάλλινο, διάφανο, και απολύτως ακατανόητο, ακόμα και σ’ αυτή την ηλικία καταλαβαίνεις ότι είναι ξεχωριστό τόσο από σένα όσο και από οποιονδήποτε άλλο, ένα κατασκεύασμα από πάγο και ηλιόφως, που διαθλά και τεμαχίζει τις λέξεις και φτάνουν στα αυτιά σου κατακρεουργημένες, δεν ξέρεις ακόμα τη λέξη κώδικας αλλά αισθάνεσαι στο πετσί σου τη σημασία της, μια άλλη γλώσσα, κάτι που είναι εκεί που δεν είσαι εσύ, και ακούς τώρα τα αστεία τους, τις γλύκες τους, τις σιωπές τους, μαζί με το βόμβο του τρένου, χωρίς να καταλαβαίνεις τίποτα, με λίγη στεναχώρια, γιατί ξέρεις ότι θα μπορούσες να καταλαβαίνεις, αν σε άφηναν, αν σε μάθαιναν, αν ήξερες, αν, και βουλιάζεις μέσα στο κάθισμα και στον ύπνο.
σε ξυπνάει μια λέξη-ουρλιαχτό που αντηχεί σε όλο το βαγόνι, ΔΟΜΟΚΟΣ, και ξαφνικά όλοι κινούνται, μαζί και οι γονείς, μαζί κι εσύ, και βρίσκεσαι έξω πάνω σε πέτρες μεταλικές ράγες ατέλειωτο ουρανό και ένα καραφλό δάσος. είναι η άκρη του κόσμου σκέφτεσαι και όλοι εδώ είναι οι τελευταίοι γιατί δεν υπάρχουν άλλοι. οι συνεπιβάτες καπνίζουν γελάνε μιλάνε κάτω από τα δόντια τους που λαμπυρίζουν μέσα στο σκοτάδι και η μαμά κι ο μπαμπάς; τους προλαβαίνεις να χάνονται πίσω απ’το βαγόνι, πιασμένοι χέρι-χέρι, χαχανίζοντας πονηρά σαν παιδάκια που κάνουν σκανταλιά, και μετά πουθενά.
δεν προλαβαίνεις να στεναχωρηθείς γιατί σιγά-σιγά φεύγουν όλοι, το τρένο αδειάζει σαν απεντερωμένη φάλαινα και όλοι αυτοί οι άνθρωποι πιασμένοι χέρι-χέρι περπατάνε προς το καραφλό δάσος και χάνονται. και μετά κοιτάς και πίσω σου και το τρένο έχει χαθεί κι αυτό.
ξανά: ατέλειωτος μεταλλικός ουρανός που σου προκαλεί ίλιγγο γιατί πώς στέκεται εκεί πάνω σίγουρα θα πέσει, οι ράγες που εκτείνονται για πάντα, οι πέτρες που σημαίνουν ερημιά, το καραφλό δάσος όπου τώρα ακούγονται φωνές και γέλια, φωτιές που σκιάζονται από φιγούρες ανθρώπων που κινούνται, χορεύουν; χοροπηδάνε; και μια μουσική που δεν ξέρεις το όργανο της που σε πονάει.
είναι και η μαμά και ο μπαμπάς εκεί; μπορεί, αλλά δεν μπορείς να κάνεις βήμα, ξέρεις ότι δεν θα μπείς ποτέ μέσα στο καραφλό δάσος.
βήματα πίσω σου και άλλο ένα παιδάκι που έρχεται στέκεται δίπλα σου και σε λίγο κάθεστε στις ράγες και κοιτάτε τις φλόγες στο δάσος. η μουσική είναι πιο δυνατή αλλά τώρα πονάει λιγότερο.
σου πιάνει το χέρι και σε κοιτάει και τα μάτια του είναι το ίδιο βαριά και μεταλικά σαν τον ουρανό, φοβάσαι ότι θα πέσουν πάνω σου και θα σε λιώσουν σαν μυρμίγκι.
“δεν θα ξαναγυρίσουν” λέει και μετά κοιτάει πάλι ίσια μπρος αλλά δεν αφήνει το χέρι σου. αλλά δεν αφήνει το χέρι σου.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: