#11

“Έχεις την πιο τρυφερή κωλοτρυπίδα.”

Έτσι άρχισε ο Δ. να σκέφτεται τον πατέρα του, δηλαδή όχι αμέσως, γιατί εκείνη τη στιγμή

ήταν τυλιγμένος γύρω από τα δάχτυλα της σφιχτά και έτρεμε και κάτι ψέλλιζε και ένιωθε λίγο μαριονέττα λίγο γυμνό καλώδιο λίγο σαν ξεπουπουλιασμένο κοτόπουλο δηλαδή ένα σωρό άσχετοι λίγο ενοχλητικοί λίγο καβλωτικοί συνειρμοί που όπως ήρθαν έτσι διαλύθηκαν μέσα σε μια έκρηξη κενού και έμεινε ο Δ. ημιλιπόθυμος στο κρεβάτι και εκείνη να τον κοιτάζει με ένα τρίτο τρυφερότητα ένα τρίτο χαρά ένα τρίτο ενδιαφέρον εντομολόγου προς το έντομο. Και μετά από λίγη ώρα όταν εκείνη έφυγε και έκλεισε τις εντυπωσιακές φαινομενικά πανάκριβες αλουμινένιες πόρτες με τα τεράστια πεντακάθαρα τζάμια που πάνω τους πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να τσακίσει τη μύτη του και άρχισε να κατηφορίζει προς την παραλία ο Δ. σκεφτόταν ότι είχε ακούσει τη λέξη κωλοτρυπίδα σε τόσες πολλές προτάσεις, με τόσους διαφορετικούς χρωματισμούς, τόνο και σκοπό, και ποτέ, ούτε μια φορά, δεν του ακούστηκε ωραία. Στην καλύτερη κουβαλούσε κάτι βρώμικο στην χειρότερη έναν ήχο, ίσως λόγω αυτού του τρ, που θύμιζε τρυπάνι, τρίμμα, χαρτί που σκίζεται, νύχια σε πίνακα.

Και μετά νύχτωσε και η φίλη του δεν είχε γυρίσει ακόμα από την παραλία και ο Δ. άρχισε να σκέφτεται τον πατέρα του, συγκεκριμένα την κωλοτρυπίδα του πατέρα του. Πρώτα σκέφτηκε ότι δεν την είχε δεί ποτέ (και όσο μικρές ήταν οι πιθανότητες να τη δει όσο ο πατέρας του ήταν εν ζωή, δεν ήταν το μηδέν τώρα που ο κώλος του πατέρα του, μαζί με τις υπόλοιπες ωπές, μέλη, μύες, τένοντες, ήταν πλέον χώμα). Είχε δει τον πούτσο του, χωρίς να το θέλει ιδιαίτερα, χωρίς ποτέ να σκεφτεί γιατί δεν το ήθελε ιδιαίτερα, ή γιατί η εικόνα τον τάραζε, στο μπάνιο, μικρό, ζαρωμένο, σε πλήρη αντίθεση με τις θριαμβευτικές ιστορίες γαμησιών που τόσο γενναιόδωρα μοίραζε ο πατέρας του όποτε έβρισκε ευκαιρία, όπου φυσικά ο πούτσος του ήταν μόνιμα σε στύση. Είχε δει και τον κώλο του, χλωμό, με αραιή τριχοφυΐα, πεσμένο. Κανένα από τα δύο θεάματα δεν του ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό, και μάλλον, τώρα που το σκεφτόταν, γίνονταν ακόμα πιο απωθητικά εξαιτίας της χαλαρότητας με την οποία ο πατέρας του περιέφερε τη γύμνια του.

Ναι και όμως η κωλοτρυπίδα παραμένει άφαντη και πώς να έμοιαζε; Τι ξέρει γι’ αυτήν ο Δ.; Ότι ο πατέρας του την προστάτευε με όλες του τις δυνάμεις. Ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν άφησε να τον γαμήσει ούτε ο Κουν, ούτε ο Μάτεσις, ούτε καν ο Τσαρούχης με ανταμοιβή τουλάχιστον μια προσωπογραφία. Άρα ο Δ. ξέρει ότι η κωλοτρυπίδα του πατέρα του ήταν πολυτιμότερη από την υστεροφημία. Υποθέτει επίσης ότι με τόσο άγχος για πιθανή παραβίαση, θα πρέπει να ήταν διαρκώς σφιγμένη. Είχε αιμορροΐδες ο πατέρας του; Ίσως, ο Δ. έχει ξεχάσει, όμως θα έβγαζε νόημα αν είχε. Τόσο σφίξιμο. Ο Δ. μπορεί πολύ εύκολα να φανταστεί όλη τη στεναχώρια, όλο τον πόνο, ή την αγάπη, την τρυφερότητα, την παιδική αγάπη και την παιδική τρυφερότητα που σε αφήνουν ευάλωτη και απροστάτευτη, όλα αυτά που δεν εξέφρασε ποτέ ο πατέρας του να έχουν γραπωθεί από την κωλοτρυπίδα του με νύχια και με δόντια για να μη βγούν ποτέ, να φτιάχνουν μια λεπτή ιριδίζουσα μεμβράνη γύρω της και να μένουν εκεί προστατευμένα και αφανή. Και ο προστάτης του; Δεν γαργαλήθηκε ποτέ, δεν ερεθίστηκε ποτέ, ο πατέρας του πέθανε χωρίς να νιώσει ποτέ αυτή την αίσθηση, ένα ανθρώπινο άκρο να ακουμπάει όχι την καρδιά σου βέβαια αλλά κάτι πολύ πιο κυριολεκτικό;

Και και και ναι όμως η ώρα του τελειώνει, στο κρεβάτι στο σπίτι όπου τον βρήκε ο Δ. άκαμπτο σε μια στάση σα να παλεύει ήταν ήδη αργά, και ο κώλος του όπως και ο υπόλοιπος μπαμπάς παραδίνεται στη νεκρική ακαμψία, πάμε πιο πίσω, λίγο πιο πίσω, στο νοσοκομείο Αττικόν, στο αποστειρωμένο πεντακάθαρο άψυχο παλάτι που ποιός ξέρει πόσοι περίμεναν να πεθάνουν την ίδια εβδομάδα, πόσους τους περίμεναν να πεθάνουν την ίδια εβδομάδα, ναι, εκεί είναι καλά, οι τελευταίες μέρες, λίγο πριν ή λίγο μετά την εγχείριση; Πότε βολεύει την φαντασίωση; Δικιά του είναι, δεν έχει σημασία, ας είναι προεγχειρισμένος ή μετεγχειρισμένος πάντως είναι αδύναμος, ξαπλωμένος, γεμάτος ορούς, η γυναίκα του, η μητέρα του Δ., είναι στο πλευρό του, είναι φυσικά ζαλισμένη απ’το κοκτέιλ αντικαταθλιπτικών και φτηνού τσίπουρου, αλλά δεν του φωνάζει τώρα, δεν παραληρεί, ούτε φοβάται, είναι η μια μοναδική στιγμή μέσα σε τόσους μήνες που μέσα στη θολούρα έχει βρεί μια γαλήνη που συνήθως σερβίρεται μόνο σε κάποιους τυχερούς ετοιμοθάνατους, και όχι μόνο γαλήνη, λίγο παραπάνω, μια τρυφερότητα που πλησιάζει την κάβλα αλλά χωρίς λίμπιντο, εφεξόρ 75 μιλιγκράμ + τσίπουρο από την κάβα στη Ζυμπρακάκη δεν βοηθάνε τη λίμπιντο, μια γενναιόδωρη τρυφερότητα,

και ο πατέρας του, ναι, προ- ή μετεγχειρισμένος και αδύναμος και αδύνατος και αποστεωμένος και ήδη πέντε χρόνια παραπονούμενος για τα στυτικά του προβλήματα νιώθει παρόλαυτά ένα μικρό ηλεκτρικό τίναγμα, και κοιτάζονται, μέσα στο άψογα διαρρυθμισμένο δωμάτιο του νοσοκομείου, και για λίγο δεν είναι αυτή η τραγωδία αντρόγυνου, αυτός ο μίζερος πίνακας που ξέρει ότι είναι ο μόνος που έμεινε στο παλιό σκονισμένο μουσείο, όλους τους άλλους τους πήραν και έκλεισαν και τα φώτα, αλλά είναι δύο τι; Δύο παιδιά, δύο μεγάλα παιδιά, και έτσι κοιτάζονται με κάποιου είδους νόημα αλλά χωρίς αληθινή πονηριά ή χυδαιότητα, και η γυναίκα του κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και του χαϊδεύει τα γόνατα, πάνω από το σκέπασμα, και ύστερα του ξεσκεπάζει τα πόδια, τον ανασηκώνει απαλά και του βάζει ένα μαξιλάρι κάτω από τη λεκάνη, με προσοχή, τον ρωτάει αν πονάει, ύστερα βρίσκει τη βαζελίνη, κάπου μέσα σε αυτή την αστείρευτη στείρα τάξη του δωματίου βρίσκει βαζελίνη, ας το επιτρέψουμε, και με το ένα της δάχτυλο αρχίζει και του χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα, ναι, αυτή τη λέξη, και δεν υπάρχει εκεί τρύπημα ή σκίσιμο, μόνο ένα μαλάκωμα που ξεκινάει από τη λεκάνη και φτάνει στο στήθος, ακόμα και τα ανευρύσματα του πατέρα ηρεμούν και ξεφουσκώνουν λίγο, για λίγο, ένα δάχτυλο που σαν παιχνίδι σαν φιλικό πείραγμα αγγίζει χωρίς να πονάει, μόνο επιβεβαιώνει την τρυφερότητα που μέχρι τότε (μέχρι κάθε τότε) φαντάζεται κανείς ότι υπάρχει, και ύστερα λίγο πιο μέσα, λίγο πιο μέσα, ένα δάχτυλο που φτάνει μέχρι τον αδιανόητο αδένα, ένα δάχτυλο που με κάθε του άγγιγμα, πίεση, πείραγμα, λέει δεν χρειάζεται να προστατεύεις πια, λύσου, δεν έχεις τίποτα να προστατεύεις πια, και ο πατέρας του Δ. χύνει ήρεμα και γλυκά χωρίς καν να του έχει σηκωθεί,

και πλέον μπορούν να επισπευθούν πάλι τα πράγματα και να πεθάνει στο κρεβάτι του σπιτιού του και να τον βρεί η γυναίκα και ο γιος αλλά αυτή τη φορά, σε αυτή την εκδοχή, είναι ήρεμος, το πρόσωπο του φαίνεται γαλήνιο, τα χέρια του είναι χαλαρά και δεν τον προστατεύουν από κάποιο χτύπημα, και αν κανείς είχε το κουράγιο το θάρρος τη νοσηρή περιέργεια να κοιτάξει την κωλοτρυπίδα του μπαμπά τη στιγμή του θανάτου θα την έβρισκε ίσως χαμογελαστή;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: