Archive for March, 2016

29/3/16

Posted in Uncategorized on March 29, 2016 by little percussionist derrida

και ξέρεις τι; μπορώ να τον γαμήσω μόνο αφού έχουμε πιεί κόκες. κι ακόμα και τότε είναι περίεργα, γίνεται περίεργος. με γλείφει και συνέχεια με κοιτάζει, με ένα βλέμμα σα να με ρωτάει γουστάρεις; το κάνω καλά; και δεν γλείφει τόσο άσχημα αλλά δε μπορώ ρε μαλάκα αυτό το βλέμμα, με μπλοκάρει τελείως, είναι σαν να πρέπει με κάθε του κίνηση να του δίνω κάποια επιβεβαίωση.
να σου πω κάτι που δοκίμασα μια μέρα; ήμουν άυπνη εντελώς και είχαμε καταλήξει ξημερώματα σπίτι μου και είχε γίνει αυτό που σου λέω, δεν τέλειωσα φυσικά, ένιωθα απλά ένα πονοκέφαλο να έρχεται και να έρχεται όλη την ώρα και να δυναμώνει σιγά-σιγά, σα να ξέρεις ότι κάποιος κρατάει μια οδοντογλυφίδα πάνω απ’ το κεφάλι σου και να περιμένεις πότε θα στην καρφώσει, και κάθε γραμμή που κάναμε απλά το χειροτέρευε μέχρι που δε μπορούσα να δω μπροστά μου από τον πόνο. βρήκα μια δικαιολογία και τον έδιωξα και είπα τώρα θα κοιμηθώ αλλά δεν υπήρχε περίπτωση, απλά περίμενα κάτω από τα σκεπάσματα να τελειώσει λίγο το φως. κι ευτυχώς που είναι λίγο χειμώνας ακόμα και κατά το απόγευμα άρχισε να σκοτεινιάζει. σηκώθηκα έφτιαξα ένα σκατά θεόπικρο τσάι, μετά ήπια ένα μονό εσπρέσο για να διώξω τη γεύση απ’ το τσάι και μετά λίγο κρασί απ’ αυτό το περσινό που μας έχει μείνει για το μαγείρεμα για να διώξω τον εσπρέσο και κανόνισα να βγούμε με αυτή τη γερμανίδα που ‘χαμε μιλήσει. είναι εδώ λέει με το αγόρι της και “they’re looking for someone to have something special” και μάλλον εγώ είμαι αυτή; τέλοσπάντων τους βρίσκω άυπνη στο σύνταγμα, έχει μια σκηνή στην πλατεία και παίζει κάτι ποντιακά που με γονατίζουν, τους βρίσκω και μου ζητάνε να τους πάω κάπου ωραία για ποτό. πρώτο περίεργο, ξέρεις όλα τα μέρη που θα μπορούσα να τους πάω, αλλά πάμε σε ένα χιπστερομπαρ ψυρρή που μόνο απέξω έχω πατήσει και έχει 8 ευρώ το ποτό και γιατί τους πάω εκεί; ο τύπος μου θυμίζει σαραντάρη γιάπη που ζει δεύτερα νιάτα και θέλει να περνάει για βερολινέζος καταληψίας, η τύπα έχει ράστα μέχρι τον κώλο και μιλάει για καταλήψεις στο βερολίνο. αισθάνομαι ότι αν αυτή η σκηνή παιζόταν δέκα, όχι, πέντε χρόνια νωρίτερα, θα τους είχα κόψει κατευθείαν, θα καταλάβαινα περίπου τι άτομα είναι, από ποιό βερολίνο έρχονται ακριβώς, τώρα σκέφτομαι 2016; roll with it και μη καταλαβαίνεις τίποτα, αυτή είναι η φάση τώρα. πάντως φαίνονται να αγαπιούνται. και ακόμα και με τα κουτσουρεμένα αγγλικά τους μπορώ να καταλάβω ότι αγαπιούνται εδώ και καιρό και ακόμα κι αν δεν έχουν τους πρώτους ενθουσιασμούς, έχουν βρει ένα τρόπο να επικοινωνούν ακόμα την αγάπη τους, πχ. κοροϊδεύουν ο ένας τη δουλειά της άλλης, μπροστά μου (και ξέρω ότι όλο αυτό είναι μια παράσταση για χάρη μου απόψε, αλλά κάπως δεν πειράζει) με έναν τρόπο που έχει ακριβώς τις σωστές αναλογίες αυτό- και αλληλο- σαρκασμού, τύπου έχω καταλάβει ακριβώς τι είναι αυτό που κάνεις και γιατί το κάνεις και τι δε σ’ αρέσει σε αυτό και γιατί όμως συνεχίζεις να το κάνεις και μπορώ να σε πειράζω για αυτό με ένα τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ότι σε ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο,
είναι συγκινητικοί, με έναν τρόπο, κι εγώ έχω να κοιμηθώ πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες, κάποια στιγμή πάω στην τουαλέτα και πίνω μια γραμμή σπιντ με γιούφι το χαρτάκι από τα καρέλια ανάμεσα απ’ τις δύο σειρές τσιγάρα και σκέφτομαι, χα, πρώτη φορά το χρησιμοποιώ αυτό για να πιώ. που σημαίνει χαρτονομίσματα τέλος, αλλά δεν πειράζει όμως γιατί κερνάνε. γυρνάω στο τραπέζι και παραγγέλνουμε άλλον ένα γύρο, πίνουν βότκα με κοκακόλα που μου φαίνεται κάπως κακόγουστο και κάπως ξένο, το χιπστερομπάρ έχει αρχίσει να θολώνει γύρω μου και γύρω τους και αρχίζω να προσέχω μόνο λεπτομέρειες, πώς όταν αυτός λέει ένα αστείο ακουμπάει αντανακλαστικά τον καρπό της και αυτή του ρίχνει μια πλάγια ματιά ενός δευτερολέπτου, πώς αυτές οι πλάγιες ματιές φαίνεται να είναι οι βίδες που κρατάνε όλο το οικοδόμημα ακόμα όρθιο –

και κάποια στιγμή μου λένε θες να να γυρίσουμε εκεί που μένουμε; λέω ναι φυσικά και πάμε στο airbnb που νοικιάζουν στην πλάκα, ανεβαίνουμε με (θεόστενο) ασανσέρ και τα σώματα μας πλησιάζουν λίγο και δεν το νιώθω ακριβώς άσχημο, μάλλον ωραίο, οι ανάσες τους μυρίζουν γαμάτα, σαν μέντα (που μάλλον τη φαντάζομαι) και τα ράστα της τύπισσας είναι τραχειά σαν σύρμα πλυσίματος πιάτων λίγο που τα πιάνω κι αυτό είναι καβλωτικό για κάποιο λόγο, και του γιάπη (;) πετάει μια τρομερή φλέβα στο λαιμό που θά ‘θελα ίσως να τη δω να φουσκώνει κι άλλο,

και βρισκόμαστε πλέον σε αυτό το αδιανόητο διαμέρισμα, προσπαθώ να φανταστώ σε τι τύπου κάτοικο αθηνών θα μπορούσε να ανήκει, μάλλον σε κάποιον που δε θα ζούσε ποτέ εκεί αλλά μπορεί να φανταστεί τι γουστάρουν οι τουρίστες, δηλαδή είναι τεράστιο και κομψά διακοσμημένο όπως ένα δείγμα δωματίου στα ικέα, απρόσωπο αλλά ανακουφιστικό, και απ’ το μπαλκόνι φαίνεται η ακρόπολη, ολόφωτη και τρισδιάστατη και σαν να τη βλέπω σε καρτ ποστάλ (σκέφτομαι: εικοσιτόσα χρόνια στην αθήνα και πρώτη φορά βλέπω την ακρόπολη από σπίτι, από τόσο κοντά).

πάμε στον πάγκο της κουζίνας που είναι γυαλιστερός και πεντακάθαρος και το ξύλο μοιάζει νοβοπάν, και η τύπισσα σπάει κάτι γραμμές πάνω, και ο τύπος μου λέει “do you maybe want a bump of k?” ναι γιατί όχι, πίνουμε τρεις παχιές γραμμές, είναι σα να έχω πιει τριμμένο πονστάν, δεν συνηθίζεται αυτή η πικρίλα, αλλά με τσιτώνει με περίεργο τρόπο και βγάζω τη ζακέτα μου. με πιάνουν από τα χέρια και πάμε προς το υπνοδωμάτιο, περνάμε ένα διάδρομο με φριχτά κάδρα της νίκο, της γκρέις τζόουνς, του λου ριντ, θέλω να τους ρωτήσω “αναβαθμίστηκε το ντεκορέησον στα ικέα ε;” αλλά δε μου βγάζει νόημα να μιλήσω τώρα, και φτάνουμε σε μια κρεβατοκάμαρα που ταυτόχρονα μοιάζει σέξι, μείον πέντε κελσίου και έτοιμη να γυρίσεις τσόντα. πάω να ρωτήσω “so this is where the magic happens, ah?” αλλά απ’ το στόμα μου βγαίνει ένα μουρμουρητό στο οποίο μετά βίας εγώ δίνω σημασία. το διπλό κρεβάτι έχει στα πόδια ένα κομοδίνο εμφανώς μετακινημένο από το πλάι του κρεβατιού, πάνω του μια τεράστια πλάσμα τηλεόραση που μοιάζει ότι θα μπορούσε να πέσει από εκεί κατά λάθος ανα πάσα στιγμή, και στο πλάι του ένα τρίποδο με μια κάμερα. η οθόνη της πλάσμα δείχνει ό,τι δείχνει η κάμερα, δηλαδή το κρεβάτι. η τύπισσα μου λέει “we think we try something a little bit different today, yes?”

τότε είναι που ρουφάω τη μύτη μου και κατεβαίνει η τελευταία πίκρα και η k στρογγυλοκάθεται. δηλαδή νιώθω σαν να με κοπάνησαν με ένα σπαθί με στομωμένη λεπίδα στο κρανίο, αλλά το κρανίο είναι αναισθητοποιημένο οπότε το χτύπημα είναι σχεδόν διασκεδαστικό, αλλά ταυτόχρονα μου διαλύει την όραση, και το δωμάτιο γίνεται λουναπάρκ. βλέπω και το ζεύγος της χρονιάς να υποφέρει από τα ίδια συμπτώματα, τρεκλίζουν λίγο αλλά αρχίζουν να γδύνονται, γδύνομαι κι εγώ γιατί γιατί όχι; και κάπως ανεβαίνουμε στο κρεβάτι. μου θυμίζουμε περισσότερο πρωτόζωα, αμοιβάδες ή κάτι γλιτσερό τελοσπάντων και χωρίς πολλή συνείδηση, παρά πρωταγωνιστές κάποιας έντζι άματσερ τσόντας, όπως το σκεφτόμουν αρχικά.

το δωμάτιο έχει παραμορφωθεί σε βαθμό που μου θυμίζει κάποιο άλλο δωμάτιο, και συγκεκριμένα κάπου που δεν έχω βρεθεί ακόμα, είναι παράξενη αυτή η αίσθηση προοικονομίας κάποιου μελλοντικού γεγονότος, αλλά χμρλφρφφργργ δεν μπορώ να μιλήσω πόσο μάλλον να σκεφτώ, οπότε τους πιάνω και τα σώματα τους μοιάζουν με ζαχαρωτά χάριμπο, δεν είναι άσχημο, έχει πλάκα. η τύπισσα πατάει το rec στην κάμερα και έτσι στρέφομαι προς την τηλεόραση, και μας βλέπω πεντακάθαρα, βασικά εκεί μας βλέπω σε καλύτερη ανάλυση απ’ ό,τι όταν κοιτάω το ζευγάρι κανονικά, οπότε κρατάω το βλέμμα μου στην πλάσμα και σκέφτομαι, ας το δω από εκεί, σιγά –

και τότε ρε συ συμβαίνουν όλα αυτά τα πράγματα – δίπλα μου το ζευγάρι πέφτει τέζα στο κρεβάτι, μακριά ο ένας από την άλλη, και το ένα χέρι τους πιάνει τη μέση μου, σφιχτά, σαν να ‘ναι πηδάλιο πλοήγησης, και τα άλλα δύο χέρια ενώνονται, και κρατιούνται σφιχτά. εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω – με έναν τρόπο που τώρα σου λέω ότι είναι οδυνηρός αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έφτανε μέχρι τον πόνο – ότι είναι μαζί, είναι μαζί –

και ότι εγώ δεν είμαι μαζί τους. και ταυτόχρονα συμβαίνει αυτό που όπως όλες τις άλλες φορές μας βλέπω από πάνω σαν να βλέπω θεατρικό αλλά είναι οκέι, είναι εντάξει, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο που μοιράζεται ανάμεσα τους, μια ανάσα ίσως, καπνός από τσιγάρο, μια ελιά στο δέρμα που ακουμπάει το άλλο δέρμα, μια τρίχα απ’ το αξύριστο μουστάκι της τύπισσας, μια ρυτίδα στα φρύδια του τύπου – και δεν πειράζει –

και τέλος αφού κοιτάω την τηλεόραση, με αυτό το πανέμορφο, αναίσθητο ζεύγος περιμετρικά μου, τους βλέπω στην οθόνη όρθιους, γονατιστές στο κρεβάτι, με ολάνοιχτα μάτια και σώματα σε λειτουργία να με πληασιάζουν, να με αγκαλιάζουν, να με φιλάνε, να μου ψιθυρίζουν ό,τι λέξεις φύλαγαν μάλλον για το μεταξύ τους, με βλέπω στην οθόνη να λιώνω ανάμεσα στα σώματα τους, μετά ξανακοιτάω δίπλα μου και τους βλέπω τέζα, μετά ξανά στην οθόνη, με έχουν τυλίξει έτσι που το σώμα μου δεν φαίνεται καν –

το βλέμμα μου έμεινε εκεί, σε αυτή την τρισδιάστατη, πλαστική, υπέροχη εικόνα, καθώς τα χέρια τους πλάι μου χαλάρωναν από τη μέση μου και τα σώματα τους βυθίζονταν στον ύπνο, και τους έβλεπα να με κάνουν να τελειώνω όλο το βράδυ, κι έβλεπα το σώμα του να τραντάζεται, το σώμα της να γλιστράει –

με μια περίεργη, υγρή, ασυνεχή κίνηση έκλεισα την κάμερα αλλά η οθόνη συνέχισε να παίζει και, και, μάλλον σου στέλνω αυτό το mail για να σε ρωτήσω, γιατί συνέβη αυτό; γιατί συμβαίνει αυτό;

23/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

κι αν έπεσε
τρία δέρματα κάτω απ’ όσο έπρεπε
πώς θα αναπνέει;
πλάι σε πλάσματα
με πνευμόνια μικρά
σαν τα μικρότερα ξυράφια
με τρίχες που αισθάνονται
περισσότερο από
τα δάχτυλα σου
με μάτια που βλέπουν
περισσότερο από τα δικά σου
με γλώσσες που μιλάνε γλώσσες
που μιλάνε γλώσσες
που ξέρουν ότι ξέρουν
ότι δεν έχει νόημα
να τους μιλήσεις;

κι αν έπεσε
εκεί που κάτι πήζει
εκεί που κάτι συγκεντρώνεται
αν έπεσε πριν του μιλήσεις
αν έπεσε πριν το αγγίξεις
αν έγινε ένας καθρέφτης
για να βλέπει μόνο
τον εαυτό του
κι αν σε βάφτισε
υγρό ασημί καυτό
χωρίς να το ζητήσεις
πώς θα αναπνέει
χωρίς τα χείλη σου
χωρίς την αγχωμένη ανάσα σου
χωρίς να το φυσήξεις;

πώς θα το κρατήσεις να ζήσει;
όταν λέει φοβάμαι
όταν λέει μη με αφήνεις μοναχό
πώς θα το παρηγορήσεις;
αν δεν μπορεί να ανασάνει
κι αν δεν μπορεί να ακούσει
το στήθος του να χτυπάει

πώς θα μπορέσεις να ακούσεις τα ουρλιαχτά του;
πώς θα μπορέσει να πεί
ψιθυριστά
για πρώτη φορά
το όνομα του;

17/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

είναι αυτό που λέμε
έχεις τον τρόπο σου να έχεις τον τρόπο σου

ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι ταιριάζετε
όπως το μπαρούτι στην πληγή
ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι αυτό το ρούχο σου πηγαίνει
σαν εγκεφαλικό ή σαν διάσειση

με μια σας λέξη το πλάνο ανοίγει,
η κάμερα τυφλώνεται από το έξτρα φως
για να μη δείξει
ότι σε αυτό το ασημί δωμάτιο δεν υπάρχει κανένας άλλος
ή τίποτα άλλο για να σας κρύβει

και ακούτε ‘αχ γλυκό μου φάντασμα αγοράκι
άσε με να γίνω το ανθρώπινο σου παιχνιδάκι’
ποιός ξέρει τι θα ακολουθήσει
σας πνίγει το σασπένς
καθώς περιμένετε στα μικροσκοπικά σας ακουστικά
για τις επομένες ατάκες
κι ανταλλάζετε αμήχανες ματιές

υποσχεθείτε ότι στο επόμενο τέικ όλα θα πάνε καλύτερα
θα έχετε ικανοποιητικότερο ρυθμό
ο διάλογος σας θα φαίνεται φυσικός, φυσικά γλυκός
το και να σου πω κάτι θα αντικαταστήσει το πώς να στο πω

όλες σας οι λέξεις θα κλειδώνουν η μια στην άλλη
γιατί η φωνή που υπαγορεύει θα είναι τόσο τρυφερή,
τόσο ολοκληρωτική, τόσο γαργαλιστική
που το να της αντισταθείτε θα ήταν το μεγαλύτερο κρίμα
ποιός σας είπε ότι δεν υπάρχει τρόπος, ότι δεν γράφει πουθενά τις οδηγίες
το μοναδικό πλήγμα
θα το δεχτεί η φόρα κι ο αυθορμητισμός σας
μα έτσι κι αλλιώς δε το πηγαίνατε για ολοκληρωτικό, στεγνό ρεαλισμό
προς θεού

απλά ίσως μετά
τα πρόσωπα σας να έχουν φύγει σε άλλον καθρέφτη
και τα είδωλα σας θα χαμογελάνε λες κι έχουν καταπιεί νέφτι
όμως περνάτε καλά, τουλάχιστον τα δυο από τα τέσσερα
οπότε κουλ εσείς χαμογελάστε ελεύθερα

ακόμα κι αν η ίδια η κάμερα έχει στραφεί σε μια άκυρη γωνία και παρατηρεί τη σκόνη
ιτς οκέι, κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσει σε σας
και όπως και να ‘χει, οπωσδήποτε
δεν μπορεί να είναι μονάχα αυτό που σας ενώνει

11/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

εε λοιπόν ναι άκουσες τις μουσικούλες σου, ήπιες τα ποτάκια σου, σε βλέπω όλο το βράδι να χορεύεις εκτός ρυθμού, λίγο αταίριαστα γι’ αυτό το πάρτι που δεν είναι πάρτι, έχεις έρθει σε τρομερό κέφι και δεν καταλαβαίνω γιατί, έχουν κοκκινίσει τα μάγουλα σου λες και σε μαστιγώνει το κρύο της σιβηρίας, κατεβάζεις τις τεκίλες τη μια μετά την άλλη και για να ‘χουμε καλό ρώτημα πού σκατά τις βρήκες τις τεκίλες, ποτέ δεν είχαν τεκίλα εδώ, άρα ίσως έφερες ένα μπουκάλι χοσέ κουέρβο ειδικά για αυτή την περίσταση; ανατριχιαστικό –
ναι σε ξέρω, δηλαδή ξέρω ότι έχεις ένα φριχτό μπλογκ και ξέρω ότι κοιτάζεις εδώ και δύο ώρες αυτό το ξανθό παιδί που χορεύει πιο ωραία από σένα, κοίτα ρε συ και κάπου αλλού, κοντεύουν να ματώσουν τα μάτια σου, και βλέπω τα μάτια σου όταν βλέπεις το ξανθό παιδί να χαμογελάει (όχι σε σένα) και να φεύγει και σε βλέπω να σκέφτεσαι ότι όταν γυρίσεις σπίτι θα κάνεις ένα ποστ στο μπλογκ σου που θα λέει κάτι σαν “είσαι ο γάτος του τσέσαιρ, φεύγεις και βλέπω το χαμόγελο σου για ώρες μετά” και αν μπορούσα θα σου έλεγα
σε παρακαλώ
για το καλό όλων μας
κάνε κάτι άλλο
μη γράψεις λέξη
έχεις τόσες άλλες επιλογές:
-μπορείς να κατρακυλήσεις σε κάποιο πεζοδρόμιο και να βρείς τον τρόπο να γίνεις αρμαντίλλο των υπονόμων, να ανακαλύψεις ένα καινούριο οικοσύστημα, να κάνεις παρέα με τα πλασματάκια του τσιγαρόζουμου και του γράσου και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να βρεις ένα κλαδί σε κάποιο σαπιόδεντρο της μαυρομιχάλη και να στήσεις καρτέρι πάνω εκεί με τα δαχτυλάκια σου γραπωμένα πάνω του και τα χαζά ματάκια σου γουρλωμένα και να αναρωτιέσαι αν ο κόσμος καταλαβαίνει κουκουβάγια ή άνθρωπο ενω κανείς δεν σε κοιτάζει στ’ αλήθεια, και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να κάνεις καριέρα σαν πλαστικό μπαλάκι σε παιδότοπο και να προσπαθείς να νιώσεις πιο έξυπνος από όλα τα παιδάκια που βουτάνε στην πολύχρωμη παρέα σου, να βράζεις από θυμό για όλες τις ανοησίες που θα ακούς καθώς τα πιτσιρίκια θα σε πλακώνουν με την αφόρητη αθωότητα τους, όμως να μη μπορείς να βγάλεις λέξη γιατί θα είσαι ένα πολύχρωμο τσαλακωμένο μπαλάκι – και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να γίνεις άνω τελεία και να πιάσεις δουλειά σε κάποιο άρθρο της σώτης τριανταφύλλου, να κρατάς την ανάσα και το βάρος κάθε αποτυχημένου επιχειρήματος, κάθε αηδιαστικής πρότασης, να νιώθεις σημαντικός σαν τον άτλαντα ή το σίσυφο – αλλά να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να γίνεις μια μαύρη τρύπα και να καταπίνεις αστέρια με ομπσκιούρ ονόματα που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί τα βάφτισαν έτσι, μπορείς να γίνεις μικρόβιο που τρώει δέντρα και να καταβροχθίσεις τον αμαζόνιο, μπορείς να γίνεις η ποδάγρα στα πλοκάμια ενός χταποδιού, η γάγγραινα στα ψευδοπόδια μιας αμοιβάδας, το μετατραυματικό στρεςς ενός ιού που έχασε από το ανοσοποιητικό, η ψευδής συνείδηση ενός αυτοάνοσου νοσήματος, η χαμένη αγέλη ενός ερυθηματώδη λύκου,
όμως άδειασε αυτή τη γωνιά
ο κόσμος απλώνεται μπροστά σου γεμάτος δυνατότητες
περισσότερες απ’ όσες θα μπορούσα ποτέ να περιγράψω
ενώ αυτή η γωνιά
θα υπάρχει είτε με εσένα
είτε χωρίς εσένα
και δεν είναι καιροί αυτοί για ανοχές, πολυτέλειες, και όλα αυτά τα θλιβερά
που τελειώνουν με κλπ κλπ κλπ, δηλαδή και τα λοιπά και τα λοιπά
και τα λοιπά

5/3/16

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

μου είπες έλα και θα γίνει το έλα να δείς.

σε ένα λοφτ ντυμένο με καθρέφτες και πάνω τους γραμμένες εξυπνάδες με γκλίτερ μαρκαδοράκι και ή αυτό είναι γέννημα θρέμμα τζεντριφικέησον ή κολυμπάμε στην ξυνίλα
σε ένα ξεκοιλιασμένο λοφτ χωρίς διαχωριστικό ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα τη χέστρα και το αρτ σπέης, μου είπες ψήσου να κοιτάξεις έναν καθρέφτη, ρώτησα παραμορφώνουν;
όχι, για να δείς τι μαλάκας είσαι και ξεράθηκες στα γέλια, σταθήκαμε μπροστά στα τζάμια και προσπαθούσα να δω τι έχει γράψει ο κόσμος πάνω αλλά ξαφνικά δεν καταλάβαινα, και μετά έγινε το άλλο περίεργο, έτσι όπως στεκόμασταν τα είδωλα μας κάναν μια κίνηση που δεν κάναμε εμείς, άρχισαν να παίζουν κουτσό μπροστά μας, και δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε βλέφαρο, πάντως παίζαν με περισσότερη χάρη απ’ όση θα μπορούσαμε ποτέ να καταφέρουμε εμείς,

ύστερα τα είδωλα μας πιξέλιασαν και χάθηκαν, μου λες μαλακία είναι χαλασμένοι οι καθρέφτες φτάνουν μέχρι 480p και πολύ τους είναι και μετά κρασάρουν, δεν πειράζει δεν θα χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας, σε ένα γυαλί γράφει
όταν σε βλέπω ματώνουν τα ούλα μου,
θα αγαπήσω την ουλίτιδα μου αντί για σένα
μέχρι να σταματήσει η καρδούλα μου,
και μετά κάπως βρεθήκαμε σε έναν καναπέ με ενσωματωμένο κάλενταρ/ατζέντα/δείκτη θερμοκρασίας δωματίου σε μια μικρή οθονούλα στο μπράτσο, και μου ξύριζες τις γάμπες, ντρεπόμουν πολύ να σε κοιτάω οπότε κοίταζα την οθόνη, 25 βαθμοί είναι μια ανθρώπινη θερμοκρασία, αν θες να με γρατζουνίσεις και λίγο δεν έχω πρόβλημα, το ξυράφι δεν γρατζουνάει τεμαχίζει βλάκα μου λες, ε τι να κάνουμε ας πάει το παλιάμπελο,

κάτι καταλάβαμε και οι δυό μας λάθος βέβαια σχετικά με το ξυράφι και τις συνέπειες του γιατί αφού με ξύρισες και μου άπλωσες κρέμα για τον ερεθισμό τελικά χάλασαν και τα πόδια μου, τόσο ωραία ποδαράκια είχα και τώρα ένα μάτσο χοντροκομμένα πίξελ γαμώ, ον τοπ οβ δατ παραπονιέσαι ότι έχουν ακόμα χαμηλότερη ανάλυση κι από τους καθρέφτες σου, λες και έχουμε μείνει στα 00s είσαι μου λες και για ένα παιδί της γενιάς μου ξέρεις πώς πονάει αυτό;
περπατάω κανονικά πάντως οπότε μπορώ ακόμα να σηκωθώ και μπορώ ακόμα να πάω να πλύνω το ξυραφάκι και να στο δώσω και μπορώ ακόμα να σου πώ παρόλαυτά ευχαριστώ και μπορώ φυσικά να πάω στο διάολο, τσουκ τσουκ σκαλοπάτι σκαλοπάτι και εκεί που περιμένω ότι θα βγώ έξω στο μεταξουργείο ανοίγω την πόρτα και κοντεύω να πέσω στο κενό, φωνάζω πάνω ρε συ τι φάση πώς θα βγώ; μου φωνάζεις κάτω γάμησε τα δεν έχει φορτώσει ακόμα, μάλλον δεν θα πας στο διάολο τελικά χιχιχι

οπότε ξανανεβαίνω

τι άλλο να έκανα δηλαδή