Archive for August, 2016

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Το μυστικό του κακού

Posted in Uncategorized on August 24, 2016 by little percussionist derrida

(μετάφραση της αγγλικής μετάφρασης από τα ισπανικά)

Αυτή η ιστορία είναι πολύ απλή, αν και θα μπορούσε να είναι πολύ περίπλοκη. Επίσης, είναι ατελής, μιας και ιστορίες σαν κι αυτή δεν έχουν κατάληξη. Είναι νύχτα στο Παρίσι, κι ένας Βορειοαμερικάνος δημοσιογράφος κοιμάται. Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο, και κάποιος ζητάει στα αγγλικά, με απροσδιόριστη προφορά, τον Τζο Α. Κέλσο. Ο ίδιος, απαντάει ο δημοσιογράφος κοιτάζοντας το ρολόι του. Είναι τέσσερις το πρωί – έχει κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες και είναι κουρασμένος. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής λέει, Πρέπει να συναντηθούμε, έχω να σας δώσω κάποιες πληροφορίες. Ο δημοσιογράφος τον ρωτάει περί τίνος πρόκειται. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους κλήσεις, η φωνή δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ο δημοσιογράφος ζητάει κάποια ελάχιστη ένδειξη, τουλάχιστον. Σε άψογα αγγλικά, σωστότερα από του Κέλσο, η φωνή εκφράζει την προτίμηση της για μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο. Και αμέσως προσθέτει, Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Που; ρωτάει ο Κέλσο. Η φωνή αναφέρει μια από τις γέφυρες στον Σηκουάνα. Και προσθέτει: Μπορείς να είσαι εκεί σε είκοσι λεπτά με τα πόδια. Ο δημοσιογράφος, που έχει βρεθεί σε εκατοντάδες συναντήσεις σαν κι αυτή, απαντάει ότι θα βρίσκεται εκεί σε μισή ώρα. Καθώς ντύνεται σκέφτεται ότι η όλη ιστορία είναι ένας μάλλον ανόητος τρόπος να ξοδέψει τη νύχτα του, όμως επίσης συνειδητοποιεί ότι η κλήση, παρόλη την προβλεψιμότητα της, τον έχει ξυπνήσει εντελώς. Όταν φτάνει στη γέφυρα με πέντε λεπτά καθυστέρηση, βλέπει μόνο αυτοκίνητα. Για λίγο στέκεται στη μια της άκρη και περιμένει. Ύστερα διασχίζει την ακόμα έρημη γέφυρα και, αφού περιμένει για λίγα ακόμα λεπτά στην άλλη της άκρη, την ξαναδιασχίζει και αποφασίζει να τα παρατήσει και να πάει να κοιμηθεί. Καθώς επιστρέφει σπίτι του, σκέφτεται τη φωνή: σίγουρα δεν ήταν Βορειοαμερικάνικη, αλλά ούτε και Βρετανική, αν και για το δεύτερο ενδεχόμενο δεν είναι σίγουρος πλέον. Θα μπορούσε να είναι Νοτιοαφρικανός, σκέφτεται, ή Αυστραλός, ή Ολλανδός, ίσως, ή κάποιος από τη βόρεια Ευρώπη που διδάχτηκε αγγλικά στο σχολείο και έκτοτε έχει τελειοποιήσει τη χρήση της γλώσσας σε διάφορες αγγλόφωνες χώρες. Καθώς περνάει το δρόμο ακούει κάποιον να τον προσφωνεί: Κύριε Κέλσο. Καταλαβαίνει αμέσως ότι πρόκειται για τον άνδρα με τον οποίο κανόνισε τη συνάντηση, που του μιλάει μέσα από ένα σκοτεινό σοκάκι. Ο Κέλσο ετοιμάζεται να σταματήσει, όμως η φωνή του λέει να συνεχίσει το περπάτημα. Όταν φτάνει στην επόμενη γωνία, γυρίζει και βλέπει ότι δεν τον ακολουθεί κανείς. Μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει πίσω, όμως μετά από μια στιγμιαία καθυστέρηση αποφασίζει ότι είναι καλύτερο να συνεχίσει. Ξαφνικά, ο άντρας εμφανίζεται από ένα άλλο στενό και τον χαιρετά. Ο Κέλσο τον χαιρετά και αυτός. Ο άντρας τείνει το χέρι του. Συστήνεται ως Σάσα Πίνσκι. Ο Κέλσο του ανταποδίδει τη χειραψία και συστήνεται κι αυτός. Ο Πίνσκι τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και τον ρωτάει αν θέλει να πιουν ένα ουίσκι. Για την ακρίβεια λέει, Ένα ουισκάκι. Ρωτάει τον Κέλσο αν πεινάει. Βεβαιώνει το δημοσιογράφο ότι ξέρει ένα μπαρ όπου μπορούν να φάνε φρέσκα, ζεστά κρουασάν. Ο Κέλσο κοιτάζει το πρόσωπο του. Παρότι ο Πίνσκι φοράει καπέλο, το πρόσωπο του είναι κατάλευκο, σαν να βρισκόταν έγκλειστος για δεκαετίες. Έγκλειστος πού, όμως; Ο Κέλσο αναρωτιέται. Στη φυλακή ή σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να κάνει πίσω τώρα, και ένα ζεστό κρουασάν δεν θα ήταν άσχημο. Το μέρος λέγεται Chez Pain, και παρά το ότι βρίσκεται στη γειτονιά του (σε έναν στενό παράδρομο, ομολογουμένως), αυτή είναι η πρώτη φορά που πατάει πόδι μέσα, ίσως και η πρώτη φορά που το βλέπει. Συχνάζει κυρίως σε μαγαζιά στο Μονπαρνάς, μέρη που τα περιβάλλει μια ύποπτη αχλή μυθολογίας: εκεί που γευμάτισε μια φορά ο Σκοτ Φιτζέραλντ, εκεί που ο Τζόυς και ο Μπέκετ ήπιαν μια φορά ιρλανδικό ουίσκι, τα μπαρ όπου σύχναζαν ο Χέμινγουεϊ και ο Ντος Πάσος, ο Τρούμαν Καπότε και ο Τένεσι Ουίλιαμς. Ο Πίνσκι είχε δίκιο για τα κρουασάν στο Chez Pain: είναι νόστιμα, είναι φρέσκα, και ο καφές δεν είναι κακός. Πράγμα που προκαλεί στον Κέλσο τη σκέψη – μια σκέψη που τον ανατριχιάζει – ότι αυτός ο τύπος μπορεί κάλλιστα να είναι της περιοχής, γείτονας. Καθώς ο Κέλσο εξετάζει αυτή την πιθανότητα, τον διαπερνά ένα ρίγος. Ένας βαρεμένος, ένας παρανοϊκός, ένας τρελός, ένας φύλακας τον οποίο κανείς δε φυλάει, κάποιος απ’ τον οποίο δεν θα μπορεί να απαλλαγεί εύκολα. Λοιπόν, λέει τελικά, σε ακούω. Ο χλωμός άντρας, που πίνει τον καφέ του με μικρές γουλιές αλλά δεν τρώει, τον κοιτάζει και χαμογελά. Το χαμόγελο του έχει κάτι το έντονα θλιμμένο, καθώς και μια κούραση, σαν το χαμόγελο να είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να εκφράσει την κούραση, την εξάντληση και την έλλειψη ύπνου. Μόλις σταματά να χαμογελάει, όμως, τα χαρακτηριστικά του παγώνουν ξανά μονομιάς.

7/8/16

Posted in Uncategorized on August 13, 2016 by little percussionist derrida

Ένα τρένο κάνει στάση στην Ομόνοια. Είναι το τελευταίο δρομολόγιο, το τρένο είναι σχεδόν άδειο, μπαίνουν και βγαίνουν οι τελευταίοι επιβάτες. Αποβιβάζεται ένα μικρό αγόρι με τη μητέρα του. Το αγόρι φοράει φόρμα και φούτερ δύο νούμερα μεγαλύτερα, η μητέρα του φοράει ένα τεράστιο μαύρο παλτό με ξύλινα κουμπιά κουμπωμένα. Τα μαλλιά του αγοριού θέλουν κόψιμο, πέφτουν στο μέτωπο του άβολες, άχαρες τούφες που τις κάνει πέρα συνεχώς.

Από την Αττική μέχρι την Ομόνοια το αγόρι είναι καθισμένο απέναντι από τη μητέρα του. Πίσω του βρίσκεται το τέρμα του βαγονιού. Κανείς άλλος δεν κάθεται δίπλα της. Για δύο στάσεις το αγόρι κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας του που χαμολάει και γνέφει. Κάθε τόσο στρέφεται προς τα πίσω για να δει σε ποιον απευθύνεται η μητέρα του. Το βαγόνι είναι άδειο αλλά το αγόρι δεν λέει τίποτα.

Όταν το τρένο φτάνει στην Ομόνοια η μητέρα του αγοριού σηκώνεται και βγαίνει βιαστικά. Το αγόρι την ακολουθεί όσο πιο γρήγορα μπορεί αλλά εκείνη είναι πιο γρήγορη και έτσι το αγόρι, όσο κι αν προσπαθεί, τελικά τη βλέπει να στρίβει σε μια γωνία, το παλτό της τυλίγεται στιγμιαία στον τοίχο πάνω στην απότομη στροφή, και όταν το αγόρι φτάνει στη γωνία η μητέρα του έχει εξαφανιστεί.

Μπροστά του το αγόρι βλέπει τον ενδιάμεσο χώρο του σταθμού της Ομόνοιας, μεταξύ των εξόδων και της αποβάθρας. Η χρονιά είναι 1998, ο χώρος είναι υποφωτισμένος. Ένα κιόσκι με άσπρα αδύναμα φώτα που τρεμοσβήνουν και περιοδικά με θολά εξώφυλλα που μοιάζουν βρεγμένα ή σαλιωμένα. Ένα βαρέλι με φωτιά που σιγοκαίει και γύρω του τρεις φιγούρες ντυμένες για βαρύ χειμώνα που τρέμουν από το κρύο και γέρνουν προς τη φωτιά. Ένας γκρεμισμένος τοίχος και γύρω του εργαλεία, κουβάδες, φτιάρια, όλο κλεισμένο με ασπροκόκκινη κορδέλα.

Το αγόρι προσπερνάει το κιόσκι και τις φιγούρες με αργά, αβέβαια βήματα, κοιτάζοντας γύρω του για το μαύρο παλτό. Μαύρο παλτό πουθενά κι έτσι το αγόρι στέκεται δίπλα στον γκρεμισμένο τοίχο και την κορδέλα, μπροστά στα γκρίζα πλακάκια του υπόλοιπου όρθιου τοίχου και κοιτάζει τα λόγια που είναι γραμμένα πάνω του με σπρέι χωρίς να τα καταλαβαίνει: ΦΟΒΟΣ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Μένει ακίνητο μπροστά στα λόγια και κοιτάζει μια αυτά και μια περιμετρικά πίσω του και περιμένει, γιατί υπολογίζει ότι αν ψάξει τη μητέρα του θα τη χάσει, ενω αν μείνει εκεί αυτή θα το βρει.
Κοιτάζει τα λόγια και προσπαθεί να τα καταλάβει, ξέρει τις δύο λέξεις ξεχωριστά αλλά δεν μπορεί να τις συνδέσει ούτε μεταξύ τους ούτε με κάτι αλλο. Όσο τα κοιτάζει φοβάται ότι μια από τις φιγούρες γύρω από τη φωτιά θα βρεθεί ξαφνικά πίσω του και έτσι κάθε λίγο κοιτάζει απότομα πίσω.

Την πέμπτη φορά που γυρνάει πίσω βρίσκεται καλυμμένο από τη σκιά ενός μαύρου παλτού. Δεν καταλαβαίνει αμέσως και έτσι καλύπτει το κεφάλι του όπως θα έκανε σε έναν εφιάλτη και αρχίζει να κλαίει σιωπηλά.

Η μητέρα του γονατίζει και το αγκαλιάζει και το κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της και του κάνει Σσσς, σσσς, σσσς, για πολλή ώρα. Ύστερα το αφήνει και το αγόρι την κοιτάζει και βλέπει μπροστά του το τεράστιο, απίστευτο χαμόγελο της.

Η μητέρα του λέει Πλάκα δεν είχε; και Είδες τι γρήγορη που είμαι; και Σου πήρα αυτά, και του δίνει ένα περιοδικό τυλιγμένο σε πλαστικό που τα γράμματα στο εξώφυλλο μοιάζουν λιωμένα και το αγόρι δεν τα καταλαβαίνει, και μια σοκολάτα.

Ύστερα η μητέρα γνέφει προς τα γράμματα στον τοίχο και του λέει Εμείς να δεις τι γράφαμε όταν ήμουν νέα, και Ξέρεις τι σημαίνει φόβος; Το αγόρι λέει ναι.

Εκείνη συνεχίζει να χαμογελάει αλλά τώρα χαμογελάει πάλι πίσω από την πλάτη του αγοριού και όμως χαμογελάει μόνο το στόμα της, τα μάτια της κάνουν κάτι άλλο, το αγόρι δεν ξέρει τι, αλλά δεν θέλει να ξανακοιτάξει πίσω, κι έτσι της πιάνει το χέρι και αρχίζει να προχωράει προς την έξοδο τραβώντας την μαζί του.

Το μαύρο της παλτό κάνει φλουπ φλουπ φλουπ στο ρυθμό των βημάτων τους και κόντρα στον παγωμένο αέρα που τους ξυρίζει στις σκάλες και η μητέρα λέει στο αγόρι Όχι δεν ξέρεις.