Ρομπέρτο Μπολάνιο – Το μυστικό του κακού

(μετάφραση της αγγλικής μετάφρασης από τα ισπανικά)

Αυτή η ιστορία είναι πολύ απλή, αν και θα μπορούσε να είναι πολύ περίπλοκη. Επίσης, είναι ατελής, μιας και ιστορίες σαν κι αυτή δεν έχουν κατάληξη. Είναι νύχτα στο Παρίσι, κι ένας Βορειοαμερικάνος δημοσιογράφος κοιμάται. Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο, και κάποιος ζητάει στα αγγλικά, με απροσδιόριστη προφορά, τον Τζο Α. Κέλσο. Ο ίδιος, απαντάει ο δημοσιογράφος κοιτάζοντας το ρολόι του. Είναι τέσσερις το πρωί – έχει κοιμηθεί μόλις τρεις ώρες και είναι κουρασμένος. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής λέει, Πρέπει να συναντηθούμε, έχω να σας δώσω κάποιες πληροφορίες. Ο δημοσιογράφος τον ρωτάει περί τίνος πρόκειται. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους κλήσεις, η φωνή δεν αποκαλύπτει τίποτα. Ο δημοσιογράφος ζητάει κάποια ελάχιστη ένδειξη, τουλάχιστον. Σε άψογα αγγλικά, σωστότερα από του Κέλσο, η φωνή εκφράζει την προτίμηση της για μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο. Και αμέσως προσθέτει, Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Που; ρωτάει ο Κέλσο. Η φωνή αναφέρει μια από τις γέφυρες στον Σηκουάνα. Και προσθέτει: Μπορείς να είσαι εκεί σε είκοσι λεπτά με τα πόδια. Ο δημοσιογράφος, που έχει βρεθεί σε εκατοντάδες συναντήσεις σαν κι αυτή, απαντάει ότι θα βρίσκεται εκεί σε μισή ώρα. Καθώς ντύνεται σκέφτεται ότι η όλη ιστορία είναι ένας μάλλον ανόητος τρόπος να ξοδέψει τη νύχτα του, όμως επίσης συνειδητοποιεί ότι η κλήση, παρόλη την προβλεψιμότητα της, τον έχει ξυπνήσει εντελώς. Όταν φτάνει στη γέφυρα με πέντε λεπτά καθυστέρηση, βλέπει μόνο αυτοκίνητα. Για λίγο στέκεται στη μια της άκρη και περιμένει. Ύστερα διασχίζει την ακόμα έρημη γέφυρα και, αφού περιμένει για λίγα ακόμα λεπτά στην άλλη της άκρη, την ξαναδιασχίζει και αποφασίζει να τα παρατήσει και να πάει να κοιμηθεί. Καθώς επιστρέφει σπίτι του, σκέφτεται τη φωνή: σίγουρα δεν ήταν Βορειοαμερικάνικη, αλλά ούτε και Βρετανική, αν και για το δεύτερο ενδεχόμενο δεν είναι σίγουρος πλέον. Θα μπορούσε να είναι Νοτιοαφρικανός, σκέφτεται, ή Αυστραλός, ή Ολλανδός, ίσως, ή κάποιος από τη βόρεια Ευρώπη που διδάχτηκε αγγλικά στο σχολείο και έκτοτε έχει τελειοποιήσει τη χρήση της γλώσσας σε διάφορες αγγλόφωνες χώρες. Καθώς περνάει το δρόμο ακούει κάποιον να τον προσφωνεί: Κύριε Κέλσο. Καταλαβαίνει αμέσως ότι πρόκειται για τον άνδρα με τον οποίο κανόνισε τη συνάντηση, που του μιλάει μέσα από ένα σκοτεινό σοκάκι. Ο Κέλσο ετοιμάζεται να σταματήσει, όμως η φωνή του λέει να συνεχίσει το περπάτημα. Όταν φτάνει στην επόμενη γωνία, γυρίζει και βλέπει ότι δεν τον ακολουθεί κανείς. Μπαίνει στον πειρασμό να γυρίσει πίσω, όμως μετά από μια στιγμιαία καθυστέρηση αποφασίζει ότι είναι καλύτερο να συνεχίσει. Ξαφνικά, ο άντρας εμφανίζεται από ένα άλλο στενό και τον χαιρετά. Ο Κέλσο τον χαιρετά και αυτός. Ο άντρας τείνει το χέρι του. Συστήνεται ως Σάσα Πίνσκι. Ο Κέλσο του ανταποδίδει τη χειραψία και συστήνεται κι αυτός. Ο Πίνσκι τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και τον ρωτάει αν θέλει να πιουν ένα ουίσκι. Για την ακρίβεια λέει, Ένα ουισκάκι. Ρωτάει τον Κέλσο αν πεινάει. Βεβαιώνει το δημοσιογράφο ότι ξέρει ένα μπαρ όπου μπορούν να φάνε φρέσκα, ζεστά κρουασάν. Ο Κέλσο κοιτάζει το πρόσωπο του. Παρότι ο Πίνσκι φοράει καπέλο, το πρόσωπο του είναι κατάλευκο, σαν να βρισκόταν έγκλειστος για δεκαετίες. Έγκλειστος πού, όμως; Ο Κέλσο αναρωτιέται. Στη φυλακή ή σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να κάνει πίσω τώρα, και ένα ζεστό κρουασάν δεν θα ήταν άσχημο. Το μέρος λέγεται Chez Pain, και παρά το ότι βρίσκεται στη γειτονιά του (σε έναν στενό παράδρομο, ομολογουμένως), αυτή είναι η πρώτη φορά που πατάει πόδι μέσα, ίσως και η πρώτη φορά που το βλέπει. Συχνάζει κυρίως σε μαγαζιά στο Μονπαρνάς, μέρη που τα περιβάλλει μια ύποπτη αχλή μυθολογίας: εκεί που γευμάτισε μια φορά ο Σκοτ Φιτζέραλντ, εκεί που ο Τζόυς και ο Μπέκετ ήπιαν μια φορά ιρλανδικό ουίσκι, τα μπαρ όπου σύχναζαν ο Χέμινγουεϊ και ο Ντος Πάσος, ο Τρούμαν Καπότε και ο Τένεσι Ουίλιαμς. Ο Πίνσκι είχε δίκιο για τα κρουασάν στο Chez Pain: είναι νόστιμα, είναι φρέσκα, και ο καφές δεν είναι κακός. Πράγμα που προκαλεί στον Κέλσο τη σκέψη – μια σκέψη που τον ανατριχιάζει – ότι αυτός ο τύπος μπορεί κάλλιστα να είναι της περιοχής, γείτονας. Καθώς ο Κέλσο εξετάζει αυτή την πιθανότητα, τον διαπερνά ένα ρίγος. Ένας βαρεμένος, ένας παρανοϊκός, ένας τρελός, ένας φύλακας τον οποίο κανείς δε φυλάει, κάποιος απ’ τον οποίο δεν θα μπορεί να απαλλαγεί εύκολα. Λοιπόν, λέει τελικά, σε ακούω. Ο χλωμός άντρας, που πίνει τον καφέ του με μικρές γουλιές αλλά δεν τρώει, τον κοιτάζει και χαμογελά. Το χαμόγελο του έχει κάτι το έντονα θλιμμένο, καθώς και μια κούραση, σαν το χαμόγελο να είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να εκφράσει την κούραση, την εξάντληση και την έλλειψη ύπνου. Μόλις σταματά να χαμογελάει, όμως, τα χαρακτηριστικά του παγώνουν ξανά μονομιάς.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: