11/3/6

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

εε λοιπόν ναι άκουσες τις μουσικούλες σου, ήπιες τα ποτάκια σου, σε βλέπω όλο το βράδι να χορεύεις εκτός ρυθμού, λίγο αταίριαστα γι’ αυτό το πάρτι που δεν είναι πάρτι, έχεις έρθει σε τρομερό κέφι και δεν καταλαβαίνω γιατί, έχουν κοκκινίσει τα μάγουλα σου λες και σε μαστιγώνει το κρύο της σιβηρίας, κατεβάζεις τις τεκίλες τη μια μετά την άλλη και για να ‘χουμε καλό ρώτημα πού σκατά τις βρήκες τις τεκίλες, ποτέ δεν είχαν τεκίλα εδώ, άρα ίσως έφερες ένα μπουκάλι χοσέ κουέρβο ειδικά για αυτή την περίσταση; ανατριχιαστικό –
ναι σε ξέρω, δηλαδή ξέρω ότι έχεις ένα φριχτό μπλογκ και ξέρω ότι κοιτάζεις εδώ και δύο ώρες αυτό το ξανθό παιδί που χορεύει πιο ωραία από σένα, κοίτα ρε συ και κάπου αλλού, κοντεύουν να ματώσουν τα μάτια σου, και βλέπω τα μάτια σου όταν βλέπεις το ξανθό παιδί να χαμογελάει (όχι σε σένα) και να φεύγει και σε βλέπω να σκέφτεσαι ότι όταν γυρίσεις σπίτι θα κάνεις ένα ποστ στο μπλογκ σου που θα λέει κάτι σαν “είσαι ο γάτος του τσέσαιρ, φεύγεις και βλέπω το χαμόγελο σου για ώρες μετά” και αν μπορούσα θα σου έλεγα
σε παρακαλώ
για το καλό όλων μας
κάνε κάτι άλλο
μη γράψεις λέξη
έχεις τόσες άλλες επιλογές:
-μπορείς να κατρακυλήσεις σε κάποιο πεζοδρόμιο και να βρείς τον τρόπο να γίνεις αρμαντίλλο των υπονόμων, να ανακαλύψεις ένα καινούριο οικοσύστημα, να κάνεις παρέα με τα πλασματάκια του τσιγαρόζουμου και του γράσου και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να βρεις ένα κλαδί σε κάποιο σαπιόδεντρο της μαυρομιχάλη και να στήσεις καρτέρι πάνω εκεί με τα δαχτυλάκια σου γραπωμένα πάνω του και τα χαζά ματάκια σου γουρλωμένα και να αναρωτιέσαι αν ο κόσμος καταλαβαίνει κουκουβάγια ή άνθρωπο ενω κανείς δεν σε κοιτάζει στ’ αλήθεια, και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να κάνεις καριέρα σαν πλαστικό μπαλάκι σε παιδότοπο και να προσπαθείς να νιώσεις πιο έξυπνος από όλα τα παιδάκια που βουτάνε στην πολύχρωμη παρέα σου, να βράζεις από θυμό για όλες τις ανοησίες που θα ακούς καθώς τα πιτσιρίκια θα σε πλακώνουν με την αφόρητη αθωότητα τους, όμως να μη μπορείς να βγάλεις λέξη γιατί θα είσαι ένα πολύχρωμο τσαλακωμένο μπαλάκι – και να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να γίνεις άνω τελεία και να πιάσεις δουλειά σε κάποιο άρθρο της σώτης τριανταφύλλου, να κρατάς την ανάσα και το βάρος κάθε αποτυχημένου επιχειρήματος, κάθε αηδιαστικής πρότασης, να νιώθεις σημαντικός σαν τον άτλαντα ή το σίσυφο – αλλά να μας αδειάζεις τη γωνιά
-μπορείς να γίνεις μια μαύρη τρύπα και να καταπίνεις αστέρια με ομπσκιούρ ονόματα που κανείς δεν καταλαβαίνει γιατί τα βάφτισαν έτσι, μπορείς να γίνεις μικρόβιο που τρώει δέντρα και να καταβροχθίσεις τον αμαζόνιο, μπορείς να γίνεις η ποδάγρα στα πλοκάμια ενός χταποδιού, η γάγγραινα στα ψευδοπόδια μιας αμοιβάδας, το μετατραυματικό στρεςς ενός ιού που έχασε από το ανοσοποιητικό, η ψευδής συνείδηση ενός αυτοάνοσου νοσήματος, η χαμένη αγέλη ενός ερυθηματώδη λύκου,
όμως άδειασε αυτή τη γωνιά
ο κόσμος απλώνεται μπροστά σου γεμάτος δυνατότητες
περισσότερες απ’ όσες θα μπορούσα ποτέ να περιγράψω
ενώ αυτή η γωνιά
θα υπάρχει είτε με εσένα
είτε χωρίς εσένα
και δεν είναι καιροί αυτοί για ανοχές, πολυτέλειες, και όλα αυτά τα θλιβερά
που τελειώνουν με κλπ κλπ κλπ, δηλαδή και τα λοιπά και τα λοιπά
και τα λοιπά

5/3/16

Posted in Uncategorized on March 26, 2016 by little percussionist derrida

μου είπες έλα και θα γίνει το έλα να δείς.

σε ένα λοφτ ντυμένο με καθρέφτες και πάνω τους γραμμένες εξυπνάδες με γκλίτερ μαρκαδοράκι και ή αυτό είναι γέννημα θρέμμα τζεντριφικέησον ή κολυμπάμε στην ξυνίλα
σε ένα ξεκοιλιασμένο λοφτ χωρίς διαχωριστικό ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρα τη χέστρα και το αρτ σπέης, μου είπες ψήσου να κοιτάξεις έναν καθρέφτη, ρώτησα παραμορφώνουν;
όχι, για να δείς τι μαλάκας είσαι και ξεράθηκες στα γέλια, σταθήκαμε μπροστά στα τζάμια και προσπαθούσα να δω τι έχει γράψει ο κόσμος πάνω αλλά ξαφνικά δεν καταλάβαινα, και μετά έγινε το άλλο περίεργο, έτσι όπως στεκόμασταν τα είδωλα μας κάναν μια κίνηση που δεν κάναμε εμείς, άρχισαν να παίζουν κουτσό μπροστά μας, και δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε βλέφαρο, πάντως παίζαν με περισσότερη χάρη απ’ όση θα μπορούσαμε ποτέ να καταφέρουμε εμείς,

ύστερα τα είδωλα μας πιξέλιασαν και χάθηκαν, μου λες μαλακία είναι χαλασμένοι οι καθρέφτες φτάνουν μέχρι 480p και πολύ τους είναι και μετά κρασάρουν, δεν πειράζει δεν θα χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας, σε ένα γυαλί γράφει
όταν σε βλέπω ματώνουν τα ούλα μου,
θα αγαπήσω την ουλίτιδα μου αντί για σένα
μέχρι να σταματήσει η καρδούλα μου,
και μετά κάπως βρεθήκαμε σε έναν καναπέ με ενσωματωμένο κάλενταρ/ατζέντα/δείκτη θερμοκρασίας δωματίου σε μια μικρή οθονούλα στο μπράτσο, και μου ξύριζες τις γάμπες, ντρεπόμουν πολύ να σε κοιτάω οπότε κοίταζα την οθόνη, 25 βαθμοί είναι μια ανθρώπινη θερμοκρασία, αν θες να με γρατζουνίσεις και λίγο δεν έχω πρόβλημα, το ξυράφι δεν γρατζουνάει τεμαχίζει βλάκα μου λες, ε τι να κάνουμε ας πάει το παλιάμπελο,

κάτι καταλάβαμε και οι δυό μας λάθος βέβαια σχετικά με το ξυράφι και τις συνέπειες του γιατί αφού με ξύρισες και μου άπλωσες κρέμα για τον ερεθισμό τελικά χάλασαν και τα πόδια μου, τόσο ωραία ποδαράκια είχα και τώρα ένα μάτσο χοντροκομμένα πίξελ γαμώ, ον τοπ οβ δατ παραπονιέσαι ότι έχουν ακόμα χαμηλότερη ανάλυση κι από τους καθρέφτες σου, λες και έχουμε μείνει στα 00s είσαι μου λες και για ένα παιδί της γενιάς μου ξέρεις πώς πονάει αυτό;
περπατάω κανονικά πάντως οπότε μπορώ ακόμα να σηκωθώ και μπορώ ακόμα να πάω να πλύνω το ξυραφάκι και να στο δώσω και μπορώ ακόμα να σου πώ παρόλαυτά ευχαριστώ και μπορώ φυσικά να πάω στο διάολο, τσουκ τσουκ σκαλοπάτι σκαλοπάτι και εκεί που περιμένω ότι θα βγώ έξω στο μεταξουργείο ανοίγω την πόρτα και κοντεύω να πέσω στο κενό, φωνάζω πάνω ρε συ τι φάση πώς θα βγώ; μου φωνάζεις κάτω γάμησε τα δεν έχει φορτώσει ακόμα, μάλλον δεν θα πας στο διάολο τελικά χιχιχι

οπότε ξανανεβαίνω

τι άλλο να έκανα δηλαδή

γιαπί

Posted in Uncategorized on November 17, 2015 by little percussionist derrida

http://oprotosypnos.tumblr.com

μη ρωτάς το γιαπί
η αγάπη αυτή
έχει τώρα τελειώσει

αν εδώ ήταν κάπου

Posted in Uncategorized on October 7, 2015 by little percussionist derrida

μια ώρα μη διαπραγματεύσιμη
αφού έχεις επιστρέψει από ταξίδι και κανονικά θα έπρεπε να κοιμάσαι γιατί είναι μια ώρα έξι παρακάτι που δεν είναι σχεδιασμένη για τίποτα
σίγουρα όχι για πολλές σκέψεις
σκέφτομαι όμως αντανακλαστικά και χωρίς πολύ ειρμό: gps, συστήματα χαρτογράφησης, τελείες που αναβοσβήνουν σε χάρτες, διαδρομές σε χάρτες που τέμνονται (ή δεν τέμνονται)
γενικά συστήματα οργάνωσης του χώρου
τρόποι να προσδιοριστεί το που ακριβώς είμαστε
που έχουμε βρεθεί πού θα πάμε κοκ
θα μπορούσα ίσως να ήμουν καλός να χαράζω διαδρομές να βρίσκω που ακριβώς συναντιούνται πού απαλλάσσονται η μια από την άλλη
αλλά δεν θέλω να είμαι καλός σε τίποτα τέτοιο, όχι και κάτι ακόμα που θυμίζει ντετερμινισμό, προς θεού
αυτό το πόστ ήδη έχει αρχίσει να θυμίζει το πώς γράφεις νομίζω, δεν ξέρω τι να νιώσω γι’ αυτό αλλά η ώρα μου φαίνεται μια καλή δικαιολογία
κι έτσι κι αλλιώς αύριο επιστρέφω στη γλώσσα μου

κι όσο για τους χάρτες το λέει και το τραγούδι:

#11

Posted in Uncategorized on July 20, 2015 by little percussionist derrida

“Έχεις την πιο τρυφερή κωλοτρυπίδα.”

Έτσι άρχισε ο Δ. να σκέφτεται τον πατέρα του, δηλαδή όχι αμέσως, γιατί εκείνη τη στιγμή

ήταν τυλιγμένος γύρω από τα δάχτυλα της σφιχτά και έτρεμε και κάτι ψέλλιζε και ένιωθε λίγο μαριονέττα λίγο γυμνό καλώδιο λίγο σαν ξεπουπουλιασμένο κοτόπουλο δηλαδή ένα σωρό άσχετοι λίγο ενοχλητικοί λίγο καβλωτικοί συνειρμοί που όπως ήρθαν έτσι διαλύθηκαν μέσα σε μια έκρηξη κενού και έμεινε ο Δ. ημιλιπόθυμος στο κρεβάτι και εκείνη να τον κοιτάζει με ένα τρίτο τρυφερότητα ένα τρίτο χαρά ένα τρίτο ενδιαφέρον εντομολόγου προς το έντομο. Και μετά από λίγη ώρα όταν εκείνη έφυγε και έκλεισε τις εντυπωσιακές φαινομενικά πανάκριβες αλουμινένιες πόρτες με τα τεράστια πεντακάθαρα τζάμια που πάνω τους πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να τσακίσει τη μύτη του και άρχισε να κατηφορίζει προς την παραλία ο Δ. σκεφτόταν ότι είχε ακούσει τη λέξη κωλοτρυπίδα σε τόσες πολλές προτάσεις, με τόσους διαφορετικούς χρωματισμούς, τόνο και σκοπό, και ποτέ, ούτε μια φορά, δεν του ακούστηκε ωραία. Στην καλύτερη κουβαλούσε κάτι βρώμικο στην χειρότερη έναν ήχο, ίσως λόγω αυτού του τρ, που θύμιζε τρυπάνι, τρίμμα, χαρτί που σκίζεται, νύχια σε πίνακα.

Και μετά νύχτωσε και η φίλη του δεν είχε γυρίσει ακόμα από την παραλία και ο Δ. άρχισε να σκέφτεται τον πατέρα του, συγκεκριμένα την κωλοτρυπίδα του πατέρα του. Πρώτα σκέφτηκε ότι δεν την είχε δεί ποτέ (και όσο μικρές ήταν οι πιθανότητες να τη δει όσο ο πατέρας του ήταν εν ζωή, δεν ήταν το μηδέν τώρα που ο κώλος του πατέρα του, μαζί με τις υπόλοιπες ωπές, μέλη, μύες, τένοντες, ήταν πλέον χώμα). Είχε δει τον πούτσο του, χωρίς να το θέλει ιδιαίτερα, χωρίς ποτέ να σκεφτεί γιατί δεν το ήθελε ιδιαίτερα, ή γιατί η εικόνα τον τάραζε, στο μπάνιο, μικρό, ζαρωμένο, σε πλήρη αντίθεση με τις θριαμβευτικές ιστορίες γαμησιών που τόσο γενναιόδωρα μοίραζε ο πατέρας του όποτε έβρισκε ευκαιρία, όπου φυσικά ο πούτσος του ήταν μόνιμα σε στύση. Είχε δει και τον κώλο του, χλωμό, με αραιή τριχοφυΐα, πεσμένο. Κανένα από τα δύο θεάματα δεν του ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό, και μάλλον, τώρα που το σκεφτόταν, γίνονταν ακόμα πιο απωθητικά εξαιτίας της χαλαρότητας με την οποία ο πατέρας του περιέφερε τη γύμνια του.

Ναι και όμως η κωλοτρυπίδα παραμένει άφαντη και πώς να έμοιαζε; Τι ξέρει γι’ αυτήν ο Δ.; Ότι ο πατέρας του την προστάτευε με όλες του τις δυνάμεις. Ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν άφησε να τον γαμήσει ούτε ο Κουν, ούτε ο Μάτεσις, ούτε καν ο Τσαρούχης με ανταμοιβή τουλάχιστον μια προσωπογραφία. Άρα ο Δ. ξέρει ότι η κωλοτρυπίδα του πατέρα του ήταν πολυτιμότερη από την υστεροφημία. Υποθέτει επίσης ότι με τόσο άγχος για πιθανή παραβίαση, θα πρέπει να ήταν διαρκώς σφιγμένη. Είχε αιμορροΐδες ο πατέρας του; Ίσως, ο Δ. έχει ξεχάσει, όμως θα έβγαζε νόημα αν είχε. Τόσο σφίξιμο. Ο Δ. μπορεί πολύ εύκολα να φανταστεί όλη τη στεναχώρια, όλο τον πόνο, ή την αγάπη, την τρυφερότητα, την παιδική αγάπη και την παιδική τρυφερότητα που σε αφήνουν ευάλωτη και απροστάτευτη, όλα αυτά που δεν εξέφρασε ποτέ ο πατέρας του να έχουν γραπωθεί από την κωλοτρυπίδα του με νύχια και με δόντια για να μη βγούν ποτέ, να φτιάχνουν μια λεπτή ιριδίζουσα μεμβράνη γύρω της και να μένουν εκεί προστατευμένα και αφανή. Και ο προστάτης του; Δεν γαργαλήθηκε ποτέ, δεν ερεθίστηκε ποτέ, ο πατέρας του πέθανε χωρίς να νιώσει ποτέ αυτή την αίσθηση, ένα ανθρώπινο άκρο να ακουμπάει όχι την καρδιά σου βέβαια αλλά κάτι πολύ πιο κυριολεκτικό;

Και και και ναι όμως η ώρα του τελειώνει, στο κρεβάτι στο σπίτι όπου τον βρήκε ο Δ. άκαμπτο σε μια στάση σα να παλεύει ήταν ήδη αργά, και ο κώλος του όπως και ο υπόλοιπος μπαμπάς παραδίνεται στη νεκρική ακαμψία, πάμε πιο πίσω, λίγο πιο πίσω, στο νοσοκομείο Αττικόν, στο αποστειρωμένο πεντακάθαρο άψυχο παλάτι που ποιός ξέρει πόσοι περίμεναν να πεθάνουν την ίδια εβδομάδα, πόσους τους περίμεναν να πεθάνουν την ίδια εβδομάδα, ναι, εκεί είναι καλά, οι τελευταίες μέρες, λίγο πριν ή λίγο μετά την εγχείριση; Πότε βολεύει την φαντασίωση; Δικιά του είναι, δεν έχει σημασία, ας είναι προεγχειρισμένος ή μετεγχειρισμένος πάντως είναι αδύναμος, ξαπλωμένος, γεμάτος ορούς, η γυναίκα του, η μητέρα του Δ., είναι στο πλευρό του, είναι φυσικά ζαλισμένη απ’το κοκτέιλ αντικαταθλιπτικών και φτηνού τσίπουρου, αλλά δεν του φωνάζει τώρα, δεν παραληρεί, ούτε φοβάται, είναι η μια μοναδική στιγμή μέσα σε τόσους μήνες που μέσα στη θολούρα έχει βρεί μια γαλήνη που συνήθως σερβίρεται μόνο σε κάποιους τυχερούς ετοιμοθάνατους, και όχι μόνο γαλήνη, λίγο παραπάνω, μια τρυφερότητα που πλησιάζει την κάβλα αλλά χωρίς λίμπιντο, εφεξόρ 75 μιλιγκράμ + τσίπουρο από την κάβα στη Ζυμπρακάκη δεν βοηθάνε τη λίμπιντο, μια γενναιόδωρη τρυφερότητα,

και ο πατέρας του, ναι, προ- ή μετεγχειρισμένος και αδύναμος και αδύνατος και αποστεωμένος και ήδη πέντε χρόνια παραπονούμενος για τα στυτικά του προβλήματα νιώθει παρόλαυτά ένα μικρό ηλεκτρικό τίναγμα, και κοιτάζονται, μέσα στο άψογα διαρρυθμισμένο δωμάτιο του νοσοκομείου, και για λίγο δεν είναι αυτή η τραγωδία αντρόγυνου, αυτός ο μίζερος πίνακας που ξέρει ότι είναι ο μόνος που έμεινε στο παλιό σκονισμένο μουσείο, όλους τους άλλους τους πήραν και έκλεισαν και τα φώτα, αλλά είναι δύο τι; Δύο παιδιά, δύο μεγάλα παιδιά, και έτσι κοιτάζονται με κάποιου είδους νόημα αλλά χωρίς αληθινή πονηριά ή χυδαιότητα, και η γυναίκα του κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι και του χαϊδεύει τα γόνατα, πάνω από το σκέπασμα, και ύστερα του ξεσκεπάζει τα πόδια, τον ανασηκώνει απαλά και του βάζει ένα μαξιλάρι κάτω από τη λεκάνη, με προσοχή, τον ρωτάει αν πονάει, ύστερα βρίσκει τη βαζελίνη, κάπου μέσα σε αυτή την αστείρευτη στείρα τάξη του δωματίου βρίσκει βαζελίνη, ας το επιτρέψουμε, και με το ένα της δάχτυλο αρχίζει και του χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα, ναι, αυτή τη λέξη, και δεν υπάρχει εκεί τρύπημα ή σκίσιμο, μόνο ένα μαλάκωμα που ξεκινάει από τη λεκάνη και φτάνει στο στήθος, ακόμα και τα ανευρύσματα του πατέρα ηρεμούν και ξεφουσκώνουν λίγο, για λίγο, ένα δάχτυλο που σαν παιχνίδι σαν φιλικό πείραγμα αγγίζει χωρίς να πονάει, μόνο επιβεβαιώνει την τρυφερότητα που μέχρι τότε (μέχρι κάθε τότε) φαντάζεται κανείς ότι υπάρχει, και ύστερα λίγο πιο μέσα, λίγο πιο μέσα, ένα δάχτυλο που φτάνει μέχρι τον αδιανόητο αδένα, ένα δάχτυλο που με κάθε του άγγιγμα, πίεση, πείραγμα, λέει δεν χρειάζεται να προστατεύεις πια, λύσου, δεν έχεις τίποτα να προστατεύεις πια, και ο πατέρας του Δ. χύνει ήρεμα και γλυκά χωρίς καν να του έχει σηκωθεί,

και πλέον μπορούν να επισπευθούν πάλι τα πράγματα και να πεθάνει στο κρεβάτι του σπιτιού του και να τον βρεί η γυναίκα και ο γιος αλλά αυτή τη φορά, σε αυτή την εκδοχή, είναι ήρεμος, το πρόσωπο του φαίνεται γαλήνιο, τα χέρια του είναι χαλαρά και δεν τον προστατεύουν από κάποιο χτύπημα, και αν κανείς είχε το κουράγιο το θάρρος τη νοσηρή περιέργεια να κοιτάξει την κωλοτρυπίδα του μπαμπά τη στιγμή του θανάτου θα την έβρισκε ίσως χαμογελαστή;

μέρκιουρι

Posted in Uncategorized on June 2, 2015 by little percussionist derrida

αναρωτιόμαστε αν σαν ώριμες πλέον θα πρέπει να διαλέξουμε
τα υδρόβια φυτά ή τα υγρά βίαια κορμιά
ή σαν παιδιά μπορούμε ακόμα να έχουμε και τα δύο και τα πάντα

η συζήτηση που αρχίσαμε σηκώνει τσιγάρο
μα η συζήτηση που αρχίσαμε μας έφαγε το τελευταίο τσιγάρο
η συζήτηση που αρχίσαμε σηκώνει τσιγάρο και κάτι
μα η συζήτηση που αρχίσαμε μας έσβησε τη γόπα στο μάτι

γι’ αυτό ακριβώς παλιμπαιδίζουμε
κρυβόμαστε κάτω απ’ το μαρμάρινο τραπέζι
σαν αδέρφια που κατασκευάζουν μια τιμωρία
για να μπορούν να της κρυφτούν
γράφουμε καινούριες τρυφερές βλακείες μέσα σε κάθε δωμάτιο αυτού
του παλιού βαριού αφόρητου σπιτιού
αν και δεν συνέβη ποτέ σε θυμάμαι
να με τραβάς απ’ το κορδόνι γύρω απ’ τα χέρια μου στη ντουλάπα σου
να μου φοράς τα αγαπημένα σου ρούχα
και να προσπαθείς να διαβάσεις το παραλήρημα κάτω από τη φούστα μου
όσο χαράζω φρέσκα ακατανόητα σύμβολα στους αστραγάλους σου

αυτή η συζήτηση
αυτό το μεγάλο σαρκοβόρο κατοικίδιο
μας εμπνέει τις πιο πρωτότυπες διαφυγές
φύγε φωνάζουμε ρουφάμε έλα και φύγε
πάνω απ’ το τραπέζι με τη σκόνη
μου λες θα με μεταμορφώσει σε σωματίδιο

τελικά γινόμαστε δύο καθρέφτες
λείοι απαλοί ασημένιοι
και παίζουμε πινγκ πονγκ
την ίδια πινγκ υγρή πονγκ αργή πινγκ υδραργυρική φαντασίωση
μέχρι να ραγίσω εγώ ή εσύ ή η πραγματικότητα

Anne Carson – The God Fit

Posted in Uncategorized on May 11, 2015 by little percussionist derrida

(μτφ. δική μου)

Υπάρχουν φορές που ο Θεός θα σου ρίξει σεληνικό.
Θα σε παρατήσει στο κρεβάτι σου, θα αλυχτάς.
Μη τον κακιώσεις.

Γιατί τα τείχη του Θεού είναι γυάλινα.
Βλέπω ένα εκατομμύριο ψυχές να τα σκαρφαλώνουν από μέσα –
να γλιτώσουν από το Θεό που καίγεται,

παρατημένος