29/3/16

και ξέρεις τι; μπορώ να τον γαμήσω μόνο αφού έχουμε πιεί κόκες. κι ακόμα και τότε είναι περίεργα, γίνεται περίεργος. με γλείφει και συνέχεια με κοιτάζει, με ένα βλέμμα σα να με ρωτάει γουστάρεις; το κάνω καλά; και δεν γλείφει τόσο άσχημα αλλά δε μπορώ ρε μαλάκα αυτό το βλέμμα, με μπλοκάρει τελείως, είναι σαν να πρέπει με κάθε του κίνηση να του δίνω κάποια επιβεβαίωση.
να σου πω κάτι που δοκίμασα μια μέρα; ήμουν άυπνη εντελώς και είχαμε καταλήξει ξημερώματα σπίτι μου και είχε γίνει αυτό που σου λέω, δεν τέλειωσα φυσικά, ένιωθα απλά ένα πονοκέφαλο να έρχεται και να έρχεται όλη την ώρα και να δυναμώνει σιγά-σιγά, σα να ξέρεις ότι κάποιος κρατάει μια οδοντογλυφίδα πάνω απ’ το κεφάλι σου και να περιμένεις πότε θα στην καρφώσει, και κάθε γραμμή που κάναμε απλά το χειροτέρευε μέχρι που δε μπορούσα να δω μπροστά μου από τον πόνο. βρήκα μια δικαιολογία και τον έδιωξα και είπα τώρα θα κοιμηθώ αλλά δεν υπήρχε περίπτωση, απλά περίμενα κάτω από τα σκεπάσματα να τελειώσει λίγο το φως. κι ευτυχώς που είναι λίγο χειμώνας ακόμα και κατά το απόγευμα άρχισε να σκοτεινιάζει. σηκώθηκα έφτιαξα ένα σκατά θεόπικρο τσάι, μετά ήπια ένα μονό εσπρέσο για να διώξω τη γεύση απ’ το τσάι και μετά λίγο κρασί απ’ αυτό το περσινό που μας έχει μείνει για το μαγείρεμα για να διώξω τον εσπρέσο και κανόνισα να βγούμε με αυτή τη γερμανίδα που ‘χαμε μιλήσει. είναι εδώ λέει με το αγόρι της και “they’re looking for someone to have something special” και μάλλον εγώ είμαι αυτή; τέλοσπάντων τους βρίσκω άυπνη στο σύνταγμα, έχει μια σκηνή στην πλατεία και παίζει κάτι ποντιακά που με γονατίζουν, τους βρίσκω και μου ζητάνε να τους πάω κάπου ωραία για ποτό. πρώτο περίεργο, ξέρεις όλα τα μέρη που θα μπορούσα να τους πάω, αλλά πάμε σε ένα χιπστερομπαρ ψυρρή που μόνο απέξω έχω πατήσει και έχει 8 ευρώ το ποτό και γιατί τους πάω εκεί; ο τύπος μου θυμίζει σαραντάρη γιάπη που ζει δεύτερα νιάτα και θέλει να περνάει για βερολινέζος καταληψίας, η τύπα έχει ράστα μέχρι τον κώλο και μιλάει για καταλήψεις στο βερολίνο. αισθάνομαι ότι αν αυτή η σκηνή παιζόταν δέκα, όχι, πέντε χρόνια νωρίτερα, θα τους είχα κόψει κατευθείαν, θα καταλάβαινα περίπου τι άτομα είναι, από ποιό βερολίνο έρχονται ακριβώς, τώρα σκέφτομαι 2016; roll with it και μη καταλαβαίνεις τίποτα, αυτή είναι η φάση τώρα. πάντως φαίνονται να αγαπιούνται. και ακόμα και με τα κουτσουρεμένα αγγλικά τους μπορώ να καταλάβω ότι αγαπιούνται εδώ και καιρό και ακόμα κι αν δεν έχουν τους πρώτους ενθουσιασμούς, έχουν βρει ένα τρόπο να επικοινωνούν ακόμα την αγάπη τους, πχ. κοροϊδεύουν ο ένας τη δουλειά της άλλης, μπροστά μου (και ξέρω ότι όλο αυτό είναι μια παράσταση για χάρη μου απόψε, αλλά κάπως δεν πειράζει) με έναν τρόπο που έχει ακριβώς τις σωστές αναλογίες αυτό- και αλληλο- σαρκασμού, τύπου έχω καταλάβει ακριβώς τι είναι αυτό που κάνεις και γιατί το κάνεις και τι δε σ’ αρέσει σε αυτό και γιατί όμως συνεχίζεις να το κάνεις και μπορώ να σε πειράζω για αυτό με ένα τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ότι σε ξέρω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο,
είναι συγκινητικοί, με έναν τρόπο, κι εγώ έχω να κοιμηθώ πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες, κάποια στιγμή πάω στην τουαλέτα και πίνω μια γραμμή σπιντ με γιούφι το χαρτάκι από τα καρέλια ανάμεσα απ’ τις δύο σειρές τσιγάρα και σκέφτομαι, χα, πρώτη φορά το χρησιμοποιώ αυτό για να πιώ. που σημαίνει χαρτονομίσματα τέλος, αλλά δεν πειράζει όμως γιατί κερνάνε. γυρνάω στο τραπέζι και παραγγέλνουμε άλλον ένα γύρο, πίνουν βότκα με κοκακόλα που μου φαίνεται κάπως κακόγουστο και κάπως ξένο, το χιπστερομπάρ έχει αρχίσει να θολώνει γύρω μου και γύρω τους και αρχίζω να προσέχω μόνο λεπτομέρειες, πώς όταν αυτός λέει ένα αστείο ακουμπάει αντανακλαστικά τον καρπό της και αυτή του ρίχνει μια πλάγια ματιά ενός δευτερολέπτου, πώς αυτές οι πλάγιες ματιές φαίνεται να είναι οι βίδες που κρατάνε όλο το οικοδόμημα ακόμα όρθιο –

και κάποια στιγμή μου λένε θες να να γυρίσουμε εκεί που μένουμε; λέω ναι φυσικά και πάμε στο airbnb που νοικιάζουν στην πλάκα, ανεβαίνουμε με (θεόστενο) ασανσέρ και τα σώματα μας πλησιάζουν λίγο και δεν το νιώθω ακριβώς άσχημο, μάλλον ωραίο, οι ανάσες τους μυρίζουν γαμάτα, σαν μέντα (που μάλλον τη φαντάζομαι) και τα ράστα της τύπισσας είναι τραχειά σαν σύρμα πλυσίματος πιάτων λίγο που τα πιάνω κι αυτό είναι καβλωτικό για κάποιο λόγο, και του γιάπη (;) πετάει μια τρομερή φλέβα στο λαιμό που θά ‘θελα ίσως να τη δω να φουσκώνει κι άλλο,

και βρισκόμαστε πλέον σε αυτό το αδιανόητο διαμέρισμα, προσπαθώ να φανταστώ σε τι τύπου κάτοικο αθηνών θα μπορούσε να ανήκει, μάλλον σε κάποιον που δε θα ζούσε ποτέ εκεί αλλά μπορεί να φανταστεί τι γουστάρουν οι τουρίστες, δηλαδή είναι τεράστιο και κομψά διακοσμημένο όπως ένα δείγμα δωματίου στα ικέα, απρόσωπο αλλά ανακουφιστικό, και απ’ το μπαλκόνι φαίνεται η ακρόπολη, ολόφωτη και τρισδιάστατη και σαν να τη βλέπω σε καρτ ποστάλ (σκέφτομαι: εικοσιτόσα χρόνια στην αθήνα και πρώτη φορά βλέπω την ακρόπολη από σπίτι, από τόσο κοντά).

πάμε στον πάγκο της κουζίνας που είναι γυαλιστερός και πεντακάθαρος και το ξύλο μοιάζει νοβοπάν, και η τύπισσα σπάει κάτι γραμμές πάνω, και ο τύπος μου λέει “do you maybe want a bump of k?” ναι γιατί όχι, πίνουμε τρεις παχιές γραμμές, είναι σα να έχω πιει τριμμένο πονστάν, δεν συνηθίζεται αυτή η πικρίλα, αλλά με τσιτώνει με περίεργο τρόπο και βγάζω τη ζακέτα μου. με πιάνουν από τα χέρια και πάμε προς το υπνοδωμάτιο, περνάμε ένα διάδρομο με φριχτά κάδρα της νίκο, της γκρέις τζόουνς, του λου ριντ, θέλω να τους ρωτήσω “αναβαθμίστηκε το ντεκορέησον στα ικέα ε;” αλλά δε μου βγάζει νόημα να μιλήσω τώρα, και φτάνουμε σε μια κρεβατοκάμαρα που ταυτόχρονα μοιάζει σέξι, μείον πέντε κελσίου και έτοιμη να γυρίσεις τσόντα. πάω να ρωτήσω “so this is where the magic happens, ah?” αλλά απ’ το στόμα μου βγαίνει ένα μουρμουρητό στο οποίο μετά βίας εγώ δίνω σημασία. το διπλό κρεβάτι έχει στα πόδια ένα κομοδίνο εμφανώς μετακινημένο από το πλάι του κρεβατιού, πάνω του μια τεράστια πλάσμα τηλεόραση που μοιάζει ότι θα μπορούσε να πέσει από εκεί κατά λάθος ανα πάσα στιγμή, και στο πλάι του ένα τρίποδο με μια κάμερα. η οθόνη της πλάσμα δείχνει ό,τι δείχνει η κάμερα, δηλαδή το κρεβάτι. η τύπισσα μου λέει “we think we try something a little bit different today, yes?”

τότε είναι που ρουφάω τη μύτη μου και κατεβαίνει η τελευταία πίκρα και η k στρογγυλοκάθεται. δηλαδή νιώθω σαν να με κοπάνησαν με ένα σπαθί με στομωμένη λεπίδα στο κρανίο, αλλά το κρανίο είναι αναισθητοποιημένο οπότε το χτύπημα είναι σχεδόν διασκεδαστικό, αλλά ταυτόχρονα μου διαλύει την όραση, και το δωμάτιο γίνεται λουναπάρκ. βλέπω και το ζεύγος της χρονιάς να υποφέρει από τα ίδια συμπτώματα, τρεκλίζουν λίγο αλλά αρχίζουν να γδύνονται, γδύνομαι κι εγώ γιατί γιατί όχι; και κάπως ανεβαίνουμε στο κρεβάτι. μου θυμίζουμε περισσότερο πρωτόζωα, αμοιβάδες ή κάτι γλιτσερό τελοσπάντων και χωρίς πολλή συνείδηση, παρά πρωταγωνιστές κάποιας έντζι άματσερ τσόντας, όπως το σκεφτόμουν αρχικά.

το δωμάτιο έχει παραμορφωθεί σε βαθμό που μου θυμίζει κάποιο άλλο δωμάτιο, και συγκεκριμένα κάπου που δεν έχω βρεθεί ακόμα, είναι παράξενη αυτή η αίσθηση προοικονομίας κάποιου μελλοντικού γεγονότος, αλλά χμρλφρφφργργ δεν μπορώ να μιλήσω πόσο μάλλον να σκεφτώ, οπότε τους πιάνω και τα σώματα τους μοιάζουν με ζαχαρωτά χάριμπο, δεν είναι άσχημο, έχει πλάκα. η τύπισσα πατάει το rec στην κάμερα και έτσι στρέφομαι προς την τηλεόραση, και μας βλέπω πεντακάθαρα, βασικά εκεί μας βλέπω σε καλύτερη ανάλυση απ’ ό,τι όταν κοιτάω το ζευγάρι κανονικά, οπότε κρατάω το βλέμμα μου στην πλάσμα και σκέφτομαι, ας το δω από εκεί, σιγά –

και τότε ρε συ συμβαίνουν όλα αυτά τα πράγματα – δίπλα μου το ζευγάρι πέφτει τέζα στο κρεβάτι, μακριά ο ένας από την άλλη, και το ένα χέρι τους πιάνει τη μέση μου, σφιχτά, σαν να ‘ναι πηδάλιο πλοήγησης, και τα άλλα δύο χέρια ενώνονται, και κρατιούνται σφιχτά. εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω – με έναν τρόπο που τώρα σου λέω ότι είναι οδυνηρός αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έφτανε μέχρι τον πόνο – ότι είναι μαζί, είναι μαζί –

και ότι εγώ δεν είμαι μαζί τους. και ταυτόχρονα συμβαίνει αυτό που όπως όλες τις άλλες φορές μας βλέπω από πάνω σαν να βλέπω θεατρικό αλλά είναι οκέι, είναι εντάξει, σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είμαι κάτι άλλο που μοιράζεται ανάμεσα τους, μια ανάσα ίσως, καπνός από τσιγάρο, μια ελιά στο δέρμα που ακουμπάει το άλλο δέρμα, μια τρίχα απ’ το αξύριστο μουστάκι της τύπισσας, μια ρυτίδα στα φρύδια του τύπου – και δεν πειράζει –

και τέλος αφού κοιτάω την τηλεόραση, με αυτό το πανέμορφο, αναίσθητο ζεύγος περιμετρικά μου, τους βλέπω στην οθόνη όρθιους, γονατιστές στο κρεβάτι, με ολάνοιχτα μάτια και σώματα σε λειτουργία να με πληασιάζουν, να με αγκαλιάζουν, να με φιλάνε, να μου ψιθυρίζουν ό,τι λέξεις φύλαγαν μάλλον για το μεταξύ τους, με βλέπω στην οθόνη να λιώνω ανάμεσα στα σώματα τους, μετά ξανακοιτάω δίπλα μου και τους βλέπω τέζα, μετά ξανά στην οθόνη, με έχουν τυλίξει έτσι που το σώμα μου δεν φαίνεται καν –

το βλέμμα μου έμεινε εκεί, σε αυτή την τρισδιάστατη, πλαστική, υπέροχη εικόνα, καθώς τα χέρια τους πλάι μου χαλάρωναν από τη μέση μου και τα σώματα τους βυθίζονταν στον ύπνο, και τους έβλεπα να με κάνουν να τελειώνω όλο το βράδυ, κι έβλεπα το σώμα του να τραντάζεται, το σώμα της να γλιστράει –

με μια περίεργη, υγρή, ασυνεχή κίνηση έκλεισα την κάμερα αλλά η οθόνη συνέχισε να παίζει και, και, μάλλον σου στέλνω αυτό το mail για να σε ρωτήσω, γιατί συνέβη αυτό; γιατί συμβαίνει αυτό;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: