like what happen

Posted in Uncategorized on November 15, 2009 by little percussionist derrida

-καπνίζεις;
-ποτέ.
-αχά.
-δε χρειάζομαι κάτι ακόμα να με σκοτώνει, σωστά;
-σωστά.

2006.

χμμμ.

Posted in Uncategorized on November 10, 2009 by little percussionist derrida

Χμμμ… Όταν ο αυθορμητισμός, η κυκλοθυμικότητα, και το ιδιαίτερο χιούμορ ενώνονται σε ένα πρόσωπο το αποτέλεσμα είναι κάτι που ίσως να μην αρέσει σε πολλούς, αλλά καλώς η κακώς είναι αυτό που με χαρακτηρίζει. Θα ήθελα να λέω για μένα πως είμαι σαν ένα παλιό καλό μπουκάλι κρασί, που όσο παλιώνει τόσο πιο πολύ ωριμάζει, εξελίσσεται και βελτιώνεται. Παρόλα ταύτα νιώθω πως δεν έχω όση γνώση θα ήθελα, άλλωστε ίσως κάτι τέτοιο όχι μόνο θα ήταν ακατόρθωτο αλλά και ίσως να γινόταν βαρετό… Άμα τα ξέρεις όλα, τι παραπάνω έχει να σου προσφέρει η ζωή? Πιστεύω πως γενικά ο κόσμος ότι και να κάνεις ή πεις θα βγει και θα πει το μακρύ και το κοντό του. Τι να κάνουμε, δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους. Δίνομαι ολοκλήρωτικα στα άτομα που αγαπώ και η παρουσία τους καθώς και η επιρροη τους πάνω μου και στην διάθεση μου ειναι κατι παραπάνω απο εμφανής!! Κ. σ’ αγαπάω! Τώρα τι άλλο να πω, είμαι αρκετά ντροπαλή, και με αρέσει να αφήνομαι σε φαντασίες που με ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, κόσμους η καταστάσεις. Τέλος πιστεύω πως όποιος θέλει μπορεί να με μάθει καλύτερα αρκεί να το επιδιώξει, επομένως δεν χρειάζεται να συνεχίσω να περιαυτολογώ!

heavy rain

Posted in Uncategorized on November 9, 2009 by little percussionist derrida

va – heavy rain.

1. Jackie-O Motherfucker – Go Down, Old Hannah
2. Group Bombino – Imuhar
3. Bill Frisell – Disfarmer Theme
4. Chieko Mori – Spiral Wave
5. Jack Rose – Cross The North Fork
6. James Blackshaw – Key
7. Six Organs Of Admittance – Ursa Minor
8. Micah Blue Smaldone – A Guest
9. Magnolia Electric Co. – In The Human World
10. Vic Chesnutt – Feast In The Time Of Plague
11. Noah Georgeson – Angry Afternoon
12. David Lynch – They Go Down

down down down.

school of the flower

Posted in Uncategorized on November 9, 2009 by little percussionist derrida

far from the tip of the lance
the metal and the wood
the cackle of the fire
and the soothing ice

the only leyendas here are
the lonely shadows without arms
trying to shake the barley with the ghosts of their palms

the months here are broken he said
there are fires
here and there
but no stories exchanged over them
there are fires in the mountains
and there is smoke
but nobody’s signalling anything to anyone

the days here are fragile he said
they fall apart by the sound of a lone cicada
I heard a story once
a man felt unworthy of the love he received
he poisoned the family of the one who loved him
to become what he knew he was from the start
just as the wise senhor argentino suggested

the minutes are harsh here he said
they remind one of the sin that skin is
the sin of bones
the sin of that pineal gland and of identity

far from fire ice wood metal and myth
the only leyendas here are the ghosts who won’t admit the toll of time
they whisper suggestions to the barley
move this way
move that way
and shadowbox towards the indifferent moon with their specter fists

he said.

barn burning

Posted in Uncategorized on November 4, 2009 by little percussionist derrida

how many of them are in town
and how many are in there
jim i’m asking you
who’s in there
jim talk to me
who
/
everyone?

Sad is the day when white children turn black in the fire and white mice escape/their furs black with the remnants of mary, abraham, jonah, etc.

hate ashbury

Posted in Uncategorized on November 1, 2009 by little percussionist derrida

Ποιά Αθήνα είναι αυτή. Το γκρίζο κέντρο στολίστηκε με κορδέλες και μερικές νύχτες βλέπεις πυροτεχνήματα απ’το μπαλκόνι. Ποιός γιορτάζει και για τι; Δεν είδα ποτέ κανέναν να περπατάει σαν άνθρωπος. Ποτέ κανένας δε μου χαμογέλασε. Δεν άκουσα να λένε για γιορτές. Και μια νύχτα με παίρνει ο πατέρας μου και με αφήνει στο γκρίζο κέντρο που κάποιοι στόλισαν με κορδέλες και γιορτάζουν. Και με αφήνει και μου λέει. Δεν έχει λουκουμά τώρα. Τώρα είσαι άντρας. Τώρα τα πράγματα είναι στα δικά σας χέρια. Εσείς είστε νέοι και ξέρετε καλύτερα απ’τους γέρους. Ζήσε μου είπε χωρίς να με ρωτήσει και με άφησε.

Ποιά Αθήνα είναι αυτή. Δες και νόμιζα ότι μόνο στο σχολείο υπάρχουν παιδιά που τα λένε νέους. Τώρα είναι παντού. Αλλά δεν είναι σαν τα παιδιά στο σχολείο. Οι κοπέλες έχουν μακρύτερα μαλλιά και μεγαλύτερα στήθη. Τα αγόρια έχουν μακρύτερα μαλλιά και καμπουριάζουν περισσότερο. Καπνίζουν πράγματα που μυρίζουν περίεργα. Γελάνε όλη την ώρα. Ανάμεσα στα ελληνικά τους βάζουν λέξεις που δεν καταλαβαίνω. Και ήχους και βλέμματα που δεν καταλαβαίνω. Το λένε κώδικα αυτό το μάθαμε στο σχολείο. Αλλά δε μάθαμε για τα στήθη και τα βραχιόλια στο γυμνό αστράγαλο. Ούτε για τα μούσια που φτάνουν μέχρι το μήλο του λαιμού. Ούτε για αυτά τα παπούτσια που αφήνουν τα πόδια τους ακάλυπτα. Δεν τα μάθαμε αλλά ο πατέρας μου λέει ζήσε και με μια βαλίτσα στο κέντρο κάτι κάλτσες κάτι σώβρακα ποιά Αθήνα είναι αυτή ποιοί είναι όλοι αυτοί και τι γιορτάζουν;

Μια κοπέλα με αχυρένια μαλλιά πλησιάζει τον Νίκο. Μερικοί χίππηδες την ακολουθούν. Τον περιεργάζονται. Το στενό παντελόνι. Το σακάκι. Το χνούδι από μουστάκι και το χνούδι από μούσι. Το μπερδεμένο ύφος. Μια φλέβα που τρέμει στη δεξιά μεριά του σαγονιού. Τις άσπρες βαμβακερές κάλτσες κάτω απ’τα μπατζάκια. Χαμογελάνε. Χασκογελάνε. Κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους. Η αχερομάλλα κάνει μια πιρουέττα. Παραπατάει ζαλισμένη και πέφτει πάνω στο Νίκο. Σκάει στα γέλια. Του πιάνει το χέρι. Αυτός έχει κρύα δάχτυλα. Αυτή έχει ζεστά δάχτυλα. Τον τραβάει προς το μέρος τους. Πέφτουν πέντε ονόματα απ’τους χίππηδες. ‘Νίκος’ λέει ο Νίκος. Τρέμει. ‘Αδερφός’ λένε οι χίππηδες. ‘Πάμε να αράξουμε. Έχει συναυλία σε λίγο’ του λένε. Ο Νίκος γνέφει. Η αχερομάλλα του ζέστανε το χέρι. Ένας με λιγδιασμένα μαλλιά του σφίγγει τους ώμους. Τον κοιτάει εξεταστικά. Ο Νίκος δεν τον κοιτάει στα μάτια. Το βλέμμα του πέφτει στα σανδάλια. Ρυτιδιασμένα δάχτυλα. Βρώμικα αφρόντιστα νύχια. Ανεβαίνει προς το πρόσωπο. Κι άλλες ρυτίδες. Η γενιά σου. Η αχερομάλλα του βγάζει το παλτό και του φοράει ένα άλλο. Ο Νίκος ανατριχιάζει. Τα μάγουλα του κοκκινίζουν. Ο λιγδιάρης και η αχερομάλλα τον παίρνουν απ’το χέρι. Ένας άλλος παίρνει τη βαλίτσα. Χαμόγελα παντού. Το γκρίζο κέντρο γεμάτο κορδέλες. Οι κορδέλες είναι γαλανόλευκες. Οι χίππηδες δεν είναι τόσο πολλοί όσο του φάνηκαν στην αρχή. Οι χίππηδες γύρω του περπατάνε πιο γρήγορα τώρα. Οι δύο τον τραβάνε με γλύκα ‘πάμε πάμε’. Μια σειρήνα. Γιορτή. Η γενιά σου. Ο Νίκος δεν καταλαβαίνει τίποτα.

*

Μπαίνουν σε μια μονοκατοικία. Τεράστια. Τρεις φορές το σπίτι του Νίκου. Χίππηδες παντού. Πολύχρωμες κοπέλες παντού. Πολύχρωμα αγόρια παντού. ‘Ααα καλώς το γκρίζο αγόοοορι’ ξεφωνίζει μια. Ένας μεγαλόσωμος μούσιας που καθόταν οκλαδόν σηκώνεται. Οι άλλοι ανταλλάζουν ματιές με νόημα. Στέκεται μπροστά στον Νίκο. Του ρίχνει κάμποσα κεφάλια. Η αναπνοή του βρωμάει. Τα μάτια του φαίνονται καθαρά. Το παντελόνι του είναι υπερβολικά λεπτό. Η ψωλή του διαγράφεται καθαρά. Και είναι μεγάλη. Η αχερομάλλα αφήνει το Νίκο και πάει πίσω απ’το μούσια. Τον αγκαλιάζει. Του ρουφάει το λαιμό. Βάζει ένα χέρι στο παντελόνι πάνω στην ψωλή του. Ο Νίκος ξεροκαταπίνει. Ο μούσιας του χαμογελάει εγκάρδια. Όλοι χαμογελάνε εγκάρδια. Του δίνει το χέρι. Τραχύ σαν ανθρώπου που δουλεύει. Ο Νίκος διστακτικά του δίνει το δικό του. Ο μούσιας τον τραβάει πάνω του. Του δίνει μια σφιχτή αγκαλιά. Ο καβάλος του Νίκου είναι κολλημένος στο χέρι της αχερομάλλας. Που χουφτώνει την ψωλή του μούσια. ‘Καλωσήρθες αδερφάκι’ ψιθυρίζει ο μούσιας. ‘Ο πατέρας σου με φρόντισε όταν έπρεπε. Θα σε φροντίσουμε εμείς τώρα.’ Η αχερομάλλα χουφτώνει την ψωλή του Νίκου τώρα. Κάπως βρίσκει τα αρχίδια κάτω απ’το στενό παντελόνι. Τα σφίγγει ελαφρά. Ύστερα τραβάει το μούσια και χάνονται κάπου ξεκαρδισμένοι. Ο Νίκος παίρνει βαθιές ανάσες. Τα μούσια του μούσια του γαργαλούσαν το δικό του χνούδι και τώρα έχει ανατριχιάσει ολόκληρος. Τα αρχίδια του είναι σφιχτά σαν να κατουριέται για ώρες. Η ψωλή του το ίδιο. Πανικοβάλλεται. Με βλέπουν. Το βλέπουν. Στρέφεται σε έναν τυχαίο δίπλα του. Προτού προλάβει να μιλήσει βρίσκεται με ένα τσιγαριλίκι στο χέρι. Έχει δεί τον πατέρα του να καπνίζει. Εύκολο φαινόταν. Το βάζει στο στόμα. Ρουφάει. Ρουφάει δυνατά. Πνίγεται. Συγκρατεί το βήχα. Φουσκώνει λίγο τα μάγουλα και βγάζει τον καπνό σιγά σιγά. Τα μάτια του είναι δακρυσμένα. Μοιάζει με φουσκόψαρο. Ο τύπος απέναντι του λιώνει στο γέλιο. ‘Τρέεεεεεελα.’ Ο Νίκος δίνει το τσιγαριλίκι πίσω. Σηκώνεται. Όλοι γελάνε. Όλοι χαϊδεύονται. Όλοι φιλιούνται. Όλοι είναι πολύχρωμοι. Οι κοπέλες είναι γλυκιές και τα αγόρια γλυκά και η μουσική σιγανή αλλά γλυκιά. Βγαίνει απ’το σαλόνι. Ψάχνει ένα-ένα τα δωμάτια. Πρώτη πόρτα. Η αχερομάλλα γονατισμένη μπροστά στο μούσια. Βήχει. Το πρόσωπο της είναι γεμάτο με ένα άσπρο πράγμα σα κρέμα. Ο μούσιας σκουπίζει την ψωλή του στα μαλλιά της. Η αχερομάλλα βήχει. Ο Νίκος ζαλίζεται. Ο μούσιας τον βλέπει. Του κλείνει το μάτι. Σκουπίζει τα τελευταία υπολείμματα στα χείλη της. Η αχερομάλλα βήχει. Ο Νίκος θολώνει. Τα αρχίδια του αρχίζουν και πονάνε. Σε λίγο και η ψωλή του. Η αχερομάλλα βήχει. Πιο δυνατά. Ακούγεται ένας ήχος σα σκίσιμο απ’το λαιμό της – ΒΗΧΑΣ ΕΙΝΑΙ – άλλος ένας, διπλώνεται στα δύο – ΒΗΧΑΣ ΕΙΝΑΙ ΒΡΕΣ ΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΤΩΡΑ – ο μούσιας χασκογελάει ο Νίκος κλείνει την πόρτα. Ανοίγει τη δεύτερη. Γεμάτη μπανιέρα. Κεριά. Μια γυμνή κοπέλα με κρεμασμένα τα πόδια απέξω. Σαπουνάδες. ‘Γειάααα’ λέει. Λεπτή ποντικίσια φωνή. Ο Νίκος δεν απαντάει. Ακόμα θολωμένος και τα αρχίδια του τον πεθαίνουν και ΒΗΧΑΣ ΗΤΑΝ ΠΝΙΓΗΚΕ ξεκουμπώνει το παντελόνι, στοχεύει στη λεκάνη, παραείναι καβλωμένος για να κατουρήσει σωστά, κατουράει όπου βρίσκει, ακούει την κοπέλα πίσω να σηκώνεται και να γουργουρίζει ‘καλός μου φαίνεσαι από δω’, να γλιστράει στις σαπουνάδες και να πέφτει πάλι στην μπανιέρα λιωμένη στα χάχανα. Επιστρέφει στο σαλόνι. Η αχερομάλλα με καθαρό πρόσωπο και ελάχιστα βραχνή φωνή του χαμογελάει. Οι τύποι που ήταν μαζί της στο κέντρο και ο μούσιας είναι στην πόρτα και τους γνέφουν. Η αχερομάλλα τον τραβάει απ’το χέρι. ‘Πάμε πάμε.’

*

Σε ένα υπόγειο. Γλιστερά βρώμικα σκαλιά. Χαμηλός φωτισμός. Χαλάει από ένα φωτάκι που αναβοσβήνει φρενιασμένο. Κάτι μουσικά όργανα σε μια γωνία. Κάποιοι παίζουν μουσική. Είναι ολόιδιοι με αυτούς που τους ακούν οκλαδόν από κάτω. Στάσου η αχερομάλλα ήταν δίπλα μου τώρα τραγουδ- ο Νίκος ξεθολώνει για λίγο. Μια άλλη αχερομάλλα τραγουδάει. Φαίνεται παθιασμένη. Χτυπάει την παλάμη της στο μπούτι της. Χτυπάει τη γυμνή φτέρνα της κάτω. Χτυπάει την γροθιά στο στήθος της.

Η γενιά μας έχει τόση ομορφιά,
η χαρά μας δε μετριέται με λεφτά
τα παιδιά μας όπλα δεν θα πιάσουνε στη γενιά μας,
ό,τι άδικο τ’αλλάζουμε, τ’ αλλάζουμε.

Η δικιά του αχερομάλλα όχι αυτή που τραγουδάει τον συστήνει σε μερικούς τύπους. Του πετάνε κάτι ονόματα. Δεν έχουν σημασία το χει ψυλλιαστεί ο Νίκος. Αλλά χαμογελάνε γλυκά. Ο ένας έχει χαλασμένα δόντια. Αλλά χαμογελάνε γλυκά. Το βλέμμα του Νίκου πέφτει σε μια γωνιά στο μαγαζί: Τρείς τύποι σε κουρελιασμένα μαύρα λιωμένοι ανάσκελα. Κανείς δεν τους δίνει σημασία. Ο ένας είναι ξανθός με άτριχο πρόσωπο. Ο δεύτερος με μακρυά ολόισια μαλλιά. Του τρίτου του λείπει ένα μάτι αλλά δε φοράει καλύπτρα. ‘Τι είναι αυτοί’ ρωτάει την αχερομάλλα. ‘Άστους αυτούς.’ ‘Γιατί είναι έτσι;’ ‘Εμείς διαλέγουμε τη ζωή Γιώργο. Αυτοί όχι.’ Ο Νίκος γνέφει ακόμα πιο θολωμένος. Γυρνάνε παντού τσιγαριλίκια. Παίρνει τζούρα απ’όπου προσφέρεται. Θολούρα προς σκοτάδι.

Στο σαλόνι όταν μπήκα εγελάσανε
με κοιτάξανε περίεργα, τα χάσανε.
Φορούσα ρούχα φτηνά
και κρινόμουν μονάχα απ’ αυτά.

Η αχερομάλλα που τραγουδάει έχει σκίσει τη μπλούζα της και χτυπιέται. Η υπόλοιπη μουσική δεν ακολουθεί. Το ένα της στήθος έχει πεταχτεί έξω. Ο Νίκος κοιτάει λίγο την κίνηση του – πέρα δώθε πέρα δώθε – το σαγόνι του κρεμάει, λίγο σάλιο τρέχει. Ξαφνικά δίπλα του είναι ο μούσιας. Πιάνει το Νίκο απ’τη μέση. Του ψιθυρίζει ‘καταλαβαίνεις γιατί σε άφησε ο πατέρας σου μαζί μας;’ Ο Νίκος δεν καταλαβαίνει τίποτα αλλά γνέφει. Από κάπου προκύπτει ένα χαμόγελο – θολούρα προς σκοτάδι – από κάπου προκύπτει μια φράση ‘νιώθω τυχερός πολύ όμως που είμαι μαζί σας εδώ και ζώ ασπούμε’ με μια ανάσα. Ο μούσιας φαίνεται ικανοποιημένος. Φεύγει. Βήχας ήταν. Θολούρα προς σκοτάδι. Ο Νίκος παραπατάει προς τη γωνιά με τους τρείς. Χάνει την ισορροπία του, πάει να πέσει, ο μονόφθαλμος τον κρατάει, του χαμογελάει, το δεξί μάτι χαμογελάει, η αριστερή τρύπα χαμογελάει, καμία γλύκα. Ο Νίκος τρομάζει λίγο. ‘Είδα που μας κοίταζες. Τι σου παν οι πολύχρωμοι;’ ρωτάει και φτύνει. ‘Α…αυτοί…εμείς…διαλέξαμε τη ζωή. Εσείς…όχι.’ Ο μονόφθαλμος ξεκαρδίζεται γιατί γελάνε όλοι μαζί μου σήμερα γιατί με άφησες πατέρα γιατί με άφησες διαλέγω ζωή διαλέγω ζωή θολούρα προς σκοτάδι – σκοτάδι προς σκοτάδι.

Είδαμε τα πλούτη και τα χρήματα.
Ζήσαμε σε τέχνες και κοσμήματα
τους πολιτισμούς του σήμερα δεχτήκαμε,
Τις ιδέες των γονιών τις ασπαστήκαμε, όμως…

Φως προς σκοτάδι – σκιές σε αχυρένια μαλλιά – κιάλλο θολό – σκιές σε τραχύ τοίχο – σκιές σε βρώμικα δάχτυλα – σκιές σε ένα κρεμασμένο στήθος – μια τρύπα που χάσκει – ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ – ‘εμείς διαλέγουμε ζωή’ – κάποιοι ανασηκώνουν το Νίκο. Τον κουβαλάνε προς την έξοδο. Οι τελευταίες εικόνες: ο μούσιας και η αχερομάλλα κοιτάνε την άλλη ημίγυμνη αχερομάλλα να θρηνεί, το χέρι της δικιάς του αχερομάλλας πάντα πάνω στην ψωλή του μούσια, το δικό του χέρι ανασηκώνει τη φούστα της και κάτι πιάνει – ΒΗΧΑΣ ΗΤΑΝ ΒΗΧΑΣ ΗΤΑΝ – ‘είναι σαν όνειρο μεγάλε’ – ‘τρέεελα’ – είναι σαν όνειρο:

Στο σαλόνι ξαναμπήκα και δακρύσανε.
Για τα λάθη τους με θάρρος μου μιλήσανε.
Τρέξαν’ δυο τρεις να κρυφτούν,
δες οι άμαχοι τους νικητάς πώς τους νικούν.

*

Ο Νίκος τινάζεται. Πετάει το σεντόνι από πάνω του. Τα μπράτσα του καίνε. Καινούριες νυχιές. Εφιάλτης και ξέσκισμα. Τα δάχτυλα του είναι μουδιασμένα. Σηκώνεται. Έξω χαράζει. Σκέφτεται το όνειρο. Τρία χρόνια σε μια νύχτα. Αν εξαιρέσεις αυτό: επώδυνα ακριβές. Το πρόσωπο του καίει σαν πυρετός. Κοιτάει το ημερολόγιο στον τοίχο μπροστά του. Είναι γέρος. Καθημερινή υπενθύμιση απ’το ημερολόγιο. Καθημερινή ανακούφιση απ’το ημερολόγιο. Είναι γέρος. Το ίδιο παράπονο μετά από κάθε όνειρο:

Ποιά Αθήνα είναι αυτή. Σπασμένες φλέβες για κορδέλες. Δεν μπορώ να γράψω – δεν ξέρω να γράφω. ΤΡΥΠΕΣ ΠΟΥ ΧΑΣΚΟΥΝ αντί για γιορτές. Μετά από κάθε είσπραξη – λέω θα σε βρώ και θα στα πώ όλα. Θα βρώ μια αχερομάλλα και θα της πω: Έζησα μαζί τους τρία χρόνια. Πώς γεννιέται το μίσος στον άνθρωπο; Βρες μου κάτι καλύτερο απ’αυτό. Τους ερωτεύτηκα όλους. Γαμήθηκα με μερικές. Γαμήθηκα με μερικούς. Τους αγάπησα όλους. Ήθελα να ζήσουν για πάντα. Ιδίως η αχερομάλλα. Και ο μούσιας. Θα της πω: έζησα μαζί τους τρία χρόνια. Το μίσος δεν είναι ποτέ ανεξήγητο. Πουλούσα πρέζα για τα επόμενα δέκα. Δεν υπάρχει επαγγελματική ανέλιξη εκεί αλλά εγώ ήμουν ο πρώτος – και για καιρό ο μόνος – προμηθευτής στο σπίτι. Η καινούρια καραμέλα – γιατί πάντα χρειάζεται κάτι πιο δυνατό. Μάλλον δεν ήθελα πια να ζήσουν για πάντα. Δεν ήταν δύσκολο. Σαν να μοιράζεις καραμέλες. Δεν νομίζω να έμεινε κανείς τώρα. Μα όλοι έφαγαν απ’το χέρι μου. Και όλοι ξαναγυρνούσαν. Ιδίως η αχερομάλλα. Και ο μούσιας. Δεν νομίζω να έμεινε κανεις. Ελπίζω να μην έχει μείνει κανείς. Το βράδυ είναι το ίδιο όμως, έμειναν δεν έμειναν. Θα της πω: ΤΡΥΠΕΣ ΠΟΥ ΧΑΣΚΟΥΝ. Θα της πω: ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΒΗΧΑΣ. Θα είναι η δική μου αχερομάλλα και θα της τα πω όλα και ναι, θα μείνει κοντά μου. Αν και θα ξέρει. Επειδή θα ξέρει.

Ο Νίκος δεν είπε ποτέ σε τίποτα σε κανέναν. Είναι γέρος. Καθημερινή υπενθύμιση απ’το ημερολόγιο. Καθημερινή ανακούφιση απ’το ημερολόγιο. Είναι γέρος. Όποτε σκέφτεται Πατέρα τι μου έκανες γελάει μέχρι δακρύων. Μερικές φορές κοιτάζει έξω απ’το παράθυρο. Ποιά Αθήνα είναι αυτή.

Η γενιά μας έχει τόση ομορφιά,
η χαρά μας δε μετριέται με λεφτά.
Τα παιδιά μας όπλα δεν θα πιάσουνε στη γενιά μας,
ό,τι άδικο τ’ αλλάζουμε, τ’ αλλάζουμε.

SSSSsSsSsSsSsSsSssSsSsssssssSSsSsSsSs

Posted in Uncategorized on October 27, 2009 by little percussionist derrida

fFFFfFfFFFFFFFfFFFFffFFFFfffffFFffff

Posted in Uncategorized on October 26, 2009 by little percussionist derrida

dDdDdDdDDDdDDDDdDdDDDDd

Posted in Uncategorized on October 24, 2009 by little percussionist derrida

darktown biz. #2

Posted in Uncategorized on October 21, 2009 by little percussionist derrida

και τη μπενζεδρίνη
και τη μεθακιλόνη
και τις αμφεταμίνες
και απ’την προβλήτα δεν φεύγει κανείς
και απ’τη φωτιά στο λιμάνι δεν φεύγει κανείς
και απ’τη σαϊγκόν δεν φεύγει κανείς
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
ποιός μίλησε για δάκρυα
ποιός μίλησε για δόντια
ποιός τη μπενζεδρίνη
ποιός βρήκε τον κάδο να καίγεται και τα σκουπίδια να καίγονται και να μυρίζουν λιωμένη καραμέλα
ποιός βρήκε μέλη να μυρίζουν σκυλοτροφή
και ποιός μίλησε για δάκρυα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
ποιός κρατούσε τη ματσέτα
ποιό παιδί
ποιό παιδί
ποιός μίλησε για δάκρυα
ποιός μίλησε για σκύλους
ποιός είδε δύο χόνδρους μύτης πλάι στο μουλιασμένο χαρτόκουτο
ποιός ξέφυγε απ’την προβλήτα
ποιός ξέφυγε απ’τη φωτιά στο λιμάνι
ποιός ξέχασε τη σαϊγκόν
ποιός γαβγίζει σα σκύλος
και ποιός μίλησε για δάκρυα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
ποιό παιδί
ποιό παιδί
πού
πότε
ποιός σε βρήκε
ξέχωρο το σώμα απ’τους καρπούς τις παλάμες τα δάχτυλα
ποιός σε βρήκε
ξέχωρο το σώμα απ’τον αστράγαλο το πέλμα τα δάχτυλα
και ποιός μίλησε για δάκρυα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
ποιός μίλησε για τα κολοβώματα
ποιό παιδί
ποιός την αμφεταμίνη
ποιός τις μπενζεδρίνες
ποιός ξέχασε τη σαϊγκόν
και ποιός μίλησε για δάκρυα
πιο παιδί
πιο παιδί
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
δε φεύγει κανείς
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
δε φεύγει κανείς
ποιός
ποιά μύτη
ποιοί σκύλοι
και ποιός μίλησε για δάκρυα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
λίγο ακόμα
και ποιός μίλησε για δάκρυα